Ένας… «Αχιλλέας» ανάμεσά μας [Κωνσταντίνας Μούτσιου]

 

Ο νεαρός Αχιλλέας μπαίνει στη μεγάλη αίθουσα του Διοικητικού Συμβουλίου του Δήμου οδηγώντας το αναπηρικό του αμαξίδιο, και ψάχνει με το βλέμμα το χώρο. Μια κυρία μ’ ένα μεγάλο  χαμόγελο, λες  και ζούσε για τη γνωριμία τους, προσφέρεται να τον βοηθήσει και τον οδηγεί δίπλα στους άλλους,… Αυτούς τους διαφορετικούς ανθρώπους,… Αυτούς μωρέ που μοιάζουν  μ’ εκείνον.
Τώρα είναι πιο πολλοί και σε λίγη ώρα θα  ‘ναι ακόμα περισσότεροι.
«Εδώ είναι η θέση μου», σκέφτεται ο Αχιλλέας.
Έξω στο δρόμο, στα μαγαζιά, στην πλατεία, ακόμα και στην εκκλησία, αισθάνεται την περιέργεια και την συμπόνια να του γδέρνουν την πλάτη. Και ξέροντας πως ακούγεται παράλογο, μέσα του εκλιπαρεί για λίγη αδιαφορία.  
Σήμερα είναι η τιμητική του. Παγκόσμια ημέρα ατόμων με αναπηρία και ο Δήμαρχος αποφάσισε να βραβεύσει τα ΑΜΕΑ. Όλα τα φώτα λοιπόν θα ΄ναι στραμμένα επάνω του.
Αν και δεν καταλαβαίνει γιατί, βρίσκεται εκεί για τους άριστους  βαθμούς του στο σχολείο, την πορεία του στο πανεπιστήμιο, τη συμμετοχή του σε διαγωνισμούς μαθηματικών και … και τις ζωγραφικές του επιδόσεις.
Οι έλεγχοι και τ’ απολυτήρια της μαθητικής του ζωής, φουσκώνουν το στήθος από υπερηφάνεια στους φυσικομαθηματικούς καθηγητές του, ενώ τα άλλα, των αντίστοιχων καλλιτεχνικών. Οι δικοί του πιστεύει ότι θα καμάρωναν για αυτόν  ό,τι επιδόσεις κι αν είχε, απλά τώρα πλημυρίζουν και τα μάτια τους.  
Κι εδώ είναι η ειρωνεία!
Είναι ό,τι θα ήθελε κάθε γονιός για το παιδί του, αλλά κανείς δεν θα ήθελε να ‘ναι γονιός αυτού του παιδιού.
Ο Αχιλλέας δεν είναι κακός. Όχι!
Το ξέρει. Αυτό βέβαια που δεν ξέρει και δεν θα μάθει ποτέ, είναι αν θα  ήταν καλός αν ήταν υγιής. Αν δηλαδή είναι καλός γιατί δεν μπορεί να γίνει κακός.
Δεν είναι απαιτητικός, εγωιστής, ή αυτάρεσκος. Δεν μπορεί να είναι, κι αυτό το ξέρει. Αυτό που δεν θα μάθει σίγουρα ποτέ, είναι αν δε θα ήταν κι αν ήταν υγιής. Αν δηλαδή είναι επαρκής γιατί έχει κάποια ανεπάρκεια.  
Δεν είναι σαν τους άλλους.
Απ΄ το ατύχημα που του στέρησε τη δυνατότητα να περπατά και να κάνει ό,τι κι οι άλλοι, διαφέρει και το ξέρει. Αυτό που δεν ξέρει και δεν θα μάθει ποτέ, είναι πώς θα ήταν η ζωή του αν ήταν υγιής. Αν δηλαδή μπορούσε να κατέβει να παίξει μπάλα με τους φίλους του στη γειτονιά και δεν καθόταν κρυμμένος πίσω απ΄ την κουρτίνα να τους χαζεύει.
Πριν χρόνια μία κακιά στιγμή ενός οδηγού, πάγωσε τα χαμόγελα της παρέας που έκαναν αμέριμνα ποδήλατο. Περίεργο! Ο άλλος πήρε με ταχύτητα τη στροφή, του Αχιλλέα η «πορεία» άλλαξε. Εκείνος βρέθηκε  εδώ, οι φίλοι του πιο ‘κει, το ποδήλατό του παρά πέρα,… Μόνο τα όνειρά του δεν βρέθηκαν  πουθενά. Κι αυτό γιατί η μέρα που ξημέρωσε, δεν την είχε φανταστεί ποτέ.
Ο συνονόματος γενναίος ήρωας του Ομήρου έπρεπε να βγει από μέσα του κι εκείνος καλό θα ήταν ν’ αρχίσει να φτιάχνει πανοπλία. Με τον καιρό το πήρε απόφαση. Η «Τροία» του θα τον έκανε πολεμιστή.  

Καλησπέρα σας!
Μαζευτήκαμε εδώ απόψε για να τιμήσουμε κάποιους ιδιαίτερους συμπολίτες μας….
Η εκδήλωση αρχίζει κι  ο Αχιλλέας, συνεχίζει και χαζεύει γύρω του, μεταφράζοντας τις εικόνες που έχει με τον δικό του τρόπο. Ω ναι! Οι προσλαμβάνουσές του πια, μπορεί να διαφέρουν τόσο απ’ τους άλλους, που κάποιες φορές  νομίζει πως αν τις μοιραστεί, θα του δώσουν και ψυχοφάρμακα.
Οι τιμητικές πλακέτες μέσα σε μπλε βελούδινα κουτιά παραταγμένες πάνω σ’ ένα τραπέζι με χαραγμένα ονόματα, και τα φλας που αστράφτουν απ’ τις μηχανές, δίνουν στον αέρα που αναπνέουν όλοι, μια διάφανη γυαλάδα.
Ένας ένας ακούει το όνομά του, και αφού ειπωθούν κάποια πράγματα γι’ αυτόν, πηγαίνει και την παραλαμβάνει  απ’ τον Δήμαρχο μέσα σε χειροκροτήματα. Εκείνος υπόσχεται πως θα φροντίσει να θυμάται τους ιδιαίτερους αυτούς ανθρώπους και τις υπόλοιπες 364 ημέρες του χρόνου, κι η εκδήλωση κλείνει μ’ ένα όμορφο μπουφέ και λόγια αβροφροσύνης.
Τώρα, μόνος μέσα στο δωμάτιό του, κοιτά την πλακέτα και προσπαθεί ακόμα να καταλάβει το λόγο που την πήρε.
Σαν ήρωας πολέμου; Κι αν ναι, αφού τα κατάφερε να γυρίσει ζωντανός και να μην παραδοθεί ή λιποταχτήσει, γιατί δεν τέλειωσε ο πόλεμος; Ο δικός του πόλεμος δεν θα τελειώσει ποτέ;
Ή μήπως βραβεύτηκε σαν το παιδί θαύμα στο σχολείο; Μη τρελαθούμε; Τι να κάνει τις ατέλειωτες ώρες του στο σπίτι; Διαβάζει. Όταν οι φίλοι του έπαιζαν μπάλα, διάβαζε. Όταν πήγαιναν κατασκήνωση διάβαζε. Όταν έβγαιναν για σινεμά, πάλι διάβαζε. Όταν φλέρταραν, όταν πήγαιναν στο γήπεδο, στα πάρτι…  Ε! και χαζός να ήταν, τόσο διάβασμα κάτι θα επέφερε.
Για να μην πει για τους πίνακές του. Τόσες γαλανές θάλασσες, γραφικά νησάκια,  χιονισμένα βουνά,… καταπράσινη σπαθάτη χλόη στους κάμπους γύρω του, … Πώς να περάσει κανείς αδιάφορος δίπλα τους; Αν ήταν ποιητής θα έγραφε. Αν ήταν γλύπτης θα σμίλευε και αν έφτιαχνε νότες  θα μελουργούσε….
Αγαπά τα πινέλα και το μουσαμά, όμως αν μπορούσες να δεις μέσα του, τα χρώματα τ’ ανακατεύει στην ψυχή του. Είναι η παλέτα των επιθυμιών του, το ασύλληπτο, το άπιαστο, αυτό που μόνο η φύση μπορεί να δώσει. Ο Θεός που ‘χει μέσα του, και ενώ του απαγορεύει ν’ αγγίξει τα έργα του, του επιτρέπει να τα αποτυπώσει σε ένα τελάρο.
Παράξενο δεν είναι;
Όταν κλείνει τα μάτια του φτιάχνει με τη φαντασία του αυτή την εικόνα. Τον εαυτό του όρθιο στην κορυφή ενός βουνού την ώρα του δειλινού και με ανοιχτά χέρια να προσπαθεί  να αγκαλιάσει αυτόν τον πορτοκαλί πλανήτη.
«Όταν το σώμα δοκιμάζεται, η ψυχή αγιάζεται», έλεγε  ο γέροντας Παΐσιος.
«Να γίνονται και τα δύο δε παίζει ε;», θα ρωτούσε εύλογα κάποιος. Κάτι  τόσο απλό, κι όμως…. Κι ενώ λογικά θεωρείται άτυχος στη ζωή του, εκείνος δεν νιώθει έτσι. Γι’ αυτό δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη της πλακέτας, τα χειροκροτήματα και τα λόγια συμπάθειας και πόνου…. Γι’ αυτό φοβάται πως αν τα πει θα τον περάσουν για τρελό.
Γιατί πολύ απλά αν δεν είχε γίνει αυτό που τον κατέστησε «αλλιώτικο», δεν θα σκεφτόταν ποτέ ν’ αγκαλιάσει τον ήλιο. Θα ‘ταν το λιγότερο χαζό στην ηλικία του κι οι φίλοι του θα χλεύαζαν αυτά που αισθάνεται. Σήμερα όμως διαβάζει και ανακαλύπτει, ζωγραφίζει και δημιουργεί…
Δεν το κάνει μ’ ευκολία όπως οι άλλοι, όμως η υπέρβαση στα
«μπορώ» του τον πεισμώνει.
Ούτε χαίρεται τη ζωή όπως οι άλλοι, όμως έχει τον τρόπο του. Είναι ένας άλλος άνθρωπος, απ’ αυτό που θα ήταν αν ήταν υγιής, κι αυτό το ξέρει καλά.
Η καθημερινότητά του έχει μεγάλο βαθμό δυσκολίας.
Οι αντοχές του δουλεύουν στα κόκκινα.
Η εξάρτησή του απ’ τους άλλους ματώνει τον εγωισμό του.
Η δύναμη της ψυχής του δοκιμάζεται συνεχώς.
Τη ζωή του λοιπόν, σίγουρα δεν τη λες … «ΠΕΖΗ» για κανένα λόγο.
Όμως, καλημερίζει την μέρα που ξημερώνει όπως λίγοι. Μπορεί να διακρίνει την ανυπομονησία της άνοιξης, ν’  ακούσει τη φλυαρία της νύχτας,… και παράλληλα δυσκολεύεται να συνεννοηθεί με τους άλλους γύρω του. Χαμογελά με συμπάθεια όταν πανικοβάλλονται επειδή έχασαν το λεωφορείο, και τους λυπάται όταν δεν τους φτάνει το εικοσιτετράωρο για τις δουλειές τους.
Εκείνου δεν του ζητάνε τίποτα, και παρόλο που κανείς δεν θα τον κατηγορήσει, κι έχει μόνιμα υπογεγραμμένο ένα δικαιολογητικό, προσπαθεί περισσότερο. Δίνει όλο του τον εαυτό να καταφέρει αυτό που θα’ θελε να μπορεί να το κάνει χωρίς τόσο κόπο.

Κλείνει το φως και πέφτοντας στο κρεβάτι του, ο Αχιλλέας συνεχίζει να φέρνει στη μνήμη του τα απίστευτα βιογραφικά που διαβάστηκαν σήμερα και που έκαναν τους παρευρισκομένους να ντραπούν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.
Όχι, δεν είναι άτομα με ειδικές ανάγκες αποφασίζει. Άτομα με ιδιαίτερες δυνατότητες είναι.
Αυτό του κάνει για να δικαιολογήσει την ύπαρξη της πλακέτας στη βιβλιοθήκη του και κλείνει τα μάτια του ευχαριστώντας μια φορά ακόμα το Θεό που τον επέλεξε να δει τα όρια του εαυτού του.
Τελικά, δεν χρειάζεται να έχεις μια «Τροία» για να γίνεις «Αχιλλέας», και σίγουρα δεν χρειάζεται να γίνεις «Αχιλλέας» για να είσαι αγωνιστής. Ο Θεός σου έχει δώσει ό,τι χρειάζεσαι για ν’ αντιμετωπίσεις αυτά που σου στέλνει. Έναν «Δούρειο ίππο», που δεν ξέρεις τι δύναμη κρύβει μέσα του και πρέπει να τη βγάλεις.     


                                                             Κωνσταντίνα Μούτσιου
                                          (Αυτή, της διπλανής σου πόρτας. Ξέρεις…) 

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.