Ένα γράμμα… [Κωνσταντίνας Μούτσιου]

 

Ένα γράμμα αλλιώτικο, περίεργο, …. Ένα γράμμα που είμαι σίγουρη πως έχει πολλούς αποστολείς, αλλά θα γραφτεί από έναν, κι ενώ έχει έναν παραλήπτη, θα διαβαστεί από πολλούς.
Δεν έχει διεύθυνση, ούτε γραμματόσημο, θα το γράψω όμως με την πεποίθηση πως θα βρει τον προορισμό του. Πρέπει να το κάνει, γιατί έστω και τώρα οφείλω εγώ και όλοι αυτοί οι άλλοι που έλεγα, ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Οι μεγάλοι ακούγαμε πάντα να τη φωνάζουν κα Χρυσοχόου, και ήταν δασκάλα και διευθύντρια του δημοτικού σχολείου μας στο Χαϊδάρι. Για εμάς όμως ήταν μόνο η ΚΥΡΙΑ. Έτσι, με κεφαλαία, βαρύγδουπα όπως το βήμα της, το αετίσιο βλέμμα της, τα σφιγμένα χείλη της, … το αγέλαστο πρόσωπό της.

Κάποτε σαν παιδί, θυμάμαι είχα σκεφτεί πως έπρεπε να είναι δυστυχισμένη, αλλά όταν μια φορά την είδα να χειροκροτεί ευχαριστημένη στο τέλος μιας σχολικής παράστασης και να δέχεται συγχαρητήρια, αποφάσισα πως οι ΚΥΡΙΕΣ δεν γελούν ποτέ. Χωρίς να ξέρω γιατί, θεώρησα πως ήταν ένας τρόπος ακόμη να μας μαθαίνει πράγματα, όπως ο μπαμπάς μου όταν θύμωνε.
Πόσο λάθος ήμουν;
Τώρα στην ηλικία αυτή που είμαι, καταλαβαίνω πως η Κυρία μας ήταν γεμάτη αγάπη, αλλά απ΄ αυτό το καμουφλαρισμένο είδος της αγάπης που δεν φαίνεται εύκολα. Απ’ αυτό που η ευθύνη, η ανάγκη να επιτελέσεις ένα στόχο, να μεταλαμπαδεύσεις γνώσεις και να οικοδομήσεις χαρακτήρες, σε κάνουν να φοράς το προσωπείο του αυστηρού. Έτσι, για να μη χρειάζεται να διαπραγματεύεσαι, να δίνεις πολλές εξηγήσεις και να ‘σαι πιο αποτελεσματικός.
Αυτό ήταν η Κυρία μας.

Τη θυμάμαι με βλέμμα σοβαρό, βήμα βιαστικό και τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη,… Σαν δεσμοφύλακας έμοιαζε στα παιδικά ματάκια μας, κι έκανε την κοιλιά μας να πονά περίεργα από αγωνία.
«Κυρά μου, γιατί δεν σε χτένισε η μάνα σου σήμερα;»
«Έτσι, κοτσίδες, τα μαλλιά σας. Πήγαινε σπίτι και έλα πάλι, όχι μοιραία όμως».
«Πού είναι ο γιακάς σου:»
«Να πας να κουρευτείς νεαρέ μου. Θα τις ξεβολέψουμε τις ψείρες σου, αλλά τι να κάνουμε;»
«Για να δω τα νύχια σας».
Επιγραφές όπως τα ρητά «Η καθαριότης είναι μισή αρχοντιά» ή «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι», δέσποζαν καλλιγραφικά στους τοίχους των αιθουσών  σε μεγάλα χαρτόνια φτιαγμένα από εμάς.
Τα πρώτα παιδικά δοντάκια μας δε, που δεν είχαμε αφήσει τη μαμά να μας τα τραβήξει με κίνδυνο να τα καταπιούμε, στην Κυρία δεν μπορούσαμε να πούμε «όχι». Έτσι εκείνες της το μαρτυρούσαν και…
«Για άνοιξε το στόμα σου κυρά μου».
Ούτε «μα…», ούτε «μου…».
«Πήγαινε τώρα να πλύνεις το στόμα σου στη βρύση και στην τάξη σου».
Με συνοπτικές διαδικασίες.  

Τακ τουκ περιδιάβαινε εδώ κι εκεί με τα χαμηλά τακούνια της, το καλσόν με τη ραφή, με μαλλιά μαζεμένα σφιχτά σ’ ένα κότσο στη βάση του αυχένα και τη μακριά πλισέ φούστα της. Συνήθως κρατούσε το κουδούνι στο χέρι και με το ρολόι στο άλλο, έδινε αρχή και τέλος στο παιχνίδι μας.

Το παιχνίδι μας!
Εκτός από τα κλασικά τρεχαλητά και χαρούμενα ξεφωνητά που έκαναν τους περαστικούς να αισθάνονται πως είναι έξω από ένα ζωηρό μελίσσι, θυμάμαι τα καλοκαίρια που παίρναμε τα κουκούτσια απ’ τα βερίκοκα που τρώγαμε και τα τρίβαμε στην τσιμεντένια βρύση με μανία, ώσπου να τρυπήσουν να βγάλουμε την ψίχα και να τα κάνουμε σφυρίχτρες.
Τι όμορφα χρόνια!
Τα αυτοσχέδια παιχνίδια μας, έβαζαν σε ανταγωνισμό τις δυνάμεις μας, τις προθέσεις μας, το φιλότιμό μας,… Όχι το πορτοφόλι του μπαμπά μας.
«Έλα, πάρε το δικό μου… Θες να το ‘χουμε μαζί; … Να σε βοηθήσω;… Θες τη μισή σοκολάτα;…  Άμα κλαις εσύ θέλω να κλαίω κι εγώ…».
Κουβέντες αγαπησιάρικες, από παιδικά προσωπάκια με ειλικρινή μάτια και καθαρές καρδιές. Όχι πως δεν μαλώναμε. Πώς; Υπάρχει παιδόκοσμος χωρίς φασαρίες, διαφωνίες και πείσματα; Τι νόημα θα είχε μια τέτοια παρέα μικρών ανθρώπων χωρίς χαριτωμένες ανακατωσούρες που προκαλούν γέλια, κλάματα και φωνές;
Η κυρία μας όμως μας πήγαινε για εξομολόγηση.
Σα να την ακούω…..
«Οι αμαρτίες παιδιά μου είναι σαν φιδάκια που ζουν μέσα μας. Αν τα εξομολογηθούμε βγαίνουν και καθαρίζει η ψυχή μας. Αν όμως κρύψουμε έστω και ένα φιδάκι, μαζεύονται πάλι όλα», έτσι μας έλεγε και μας πήγαινε στην Παναγίτσα την ενορία μας.
Ήμασταν όμως πολλά παιδιά και κάναμε ομάδες τέσσερα πέντε μαζί κάτω από το πετραχήλι. Τι άκουγε ο παππούλης φαντάζεστε;   
«Δεν τρώω όλο μου το φαγητό».
«Κρύβω μαθήματα απ’ τη μαμά».
«Δεν παίζω τη Μαρία».
«Είπα ψέματα στην αδελφή μου».
… τέτοια φοβερά αμαρτήματα.
Αμαρτήματα όμως που στην παιδική φαντασία μας γινόντουσαν άσχημα ερπετά και δεν ήθελε κανένα μας να φωλιάζει μέσα του. Κι αυτό ήταν δουλειά της Κυρίας, που μ’ ένα δικό της τρόπο, μας είχε βάλει το μυστήριο αυτό στη ζωή μας.

Πόσα μας είχε μάθει!
Με Άριστα εκείνο το υπέροχο «10» με τόνο, που η γραμμή του σκαρφάλωνε ψηλά στη σελίδα και έπεφτε χορεύοντας πάνω στο «0» κάνοντας τον τόνο, βαθμολογούσε τη δουλειά μας κι έκανε τις παιδικές ψυχούλες μας να πεταρίζουν χαρούμενα.
«Το δικό μου είναι πιο ψηλό»
«Τι λες; Το δικό μου έχει σχίσει και λίγο τη σελίδα».
Ναι, ναι! Ποτέ δεν ήταν ίδιο. Μικρά μεγάλα ΄Αριστα που μας έδειχναν το μέγεθος της ικανοποίησής της και περιμέναμε με λαχτάρα να δούμε. Είχε με τον τρόπο της καταφέρει να ξεπεράσει τα όρια βαθμολόγησης και να φτιάξει δικά της.
 
Σε μερικά βέβαια τώρα που το θυμάμαι, είχε ιδιαίτερη εμμονή,… και δεν ήταν τα μαθήματα που θα ήταν και το πιο φυσικό σαν δασκάλα.
Τα λυτά μαλλιά στα κορίτσια (τις κυράδες, όπως μας έλεγε), και τα ακούρευτα κεφάλια των αγοριών (γυμνούς σβέρκους, και βάλε), την έκαναν θηρίο.
Άσε τους λευκούς γιακάδες πάνω στις μπλε ποδιές, που η μαμά τους έπλενε, τους σιδέρωνε και τους  τρύπωνε κάθε δυο τρεις μέρες. Αμ, οι άσπρες ελαστικές κορδέλες στα μαλλιά…; Τι να θυμηθώ;  
Το μεγάλο της σουξέ όμως, ήταν οι παρελάσεις. Δεν υπήρχε πιο ομοιόμορφο και πειθαρχημένο σχολείο απ’ το δικό μας. Η φούστα στο γόνατο, η κάλτσα κατάλευκη, και φυσικά αγέλαστοι και σοβαροί όπως άρμοζε χωρίς να κοιτάμε δεξιά κι αριστερά τη μαμά και τη θεία που φώναζαν και χειροκροτούσαν έντονα,… Όπως ακριβώς άρμοζε να συνοδεύουμε το λάβαρο της πατρίδας μας δηλαδή.
Μ’ αυτά και με τ’ άλλα όμως, μας έκανε να περνάμε μπροστά απ’ τους επισήμους και η καρδιά μας να σείεται και τα πόδια μας να τρέμουν στους ρυθμούς της μπάντας. Οι ήρωες του ’21 ή του ’40, δεν ήταν αφορμή για αργία, αλλά αφορμή να αισθανθούμε περήφανοι που είμαστε Έλληνες.

Αναμνήσεις !!!
Κι όπως λέει ένα ρώσικο γνωμικό, «Οι αναμνήσεις είναι φάρος, όχι λιμάνι».
Έτσι σήμερα, ύστερα από 5 δεκαετίες της ζωής μου, αναλογίζομαι πόσα καραβάκια καθοδήγησε σωστά, μακριά από ξέρες … η Κυρία μας.
Εγώ δεν έχω φτάσει στον τελικό προορισμό μου, ταξιδεύω ακόμη, και κρατώντας μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μ’ ένα μυξιάρικο που λέει το ποίημα του πάνω στο βάθρο με πεσμένη τη μία κάλτσα στον αστράγαλο και τα γαλανόλευκα σημαιάκια να ανεμίζουν πίσω του, μπορώ και φέρνω στο μυαλό μου εκείνα τα παιδικά χρόνια που η χαρά μας όλη περιοριζόταν σε μια δεκάρα καραμέλες, αν θα είχε τόνο το 10 της Κυρίας και αν θα πηγαίναμε περίπατο με το σχολείο.
Και αναπολώ… Κλείνω τα μάτια και ξεφυλλίζω το «άλμπουμ» της ζωής μου προς τα πίσω. Μια αλυσίδα από μικρά ανθρωπάκια πιασμένα χέρι χέρι, έχουν περικυκλώσει ένα συμμαθητή τους και τραγουδώντας γυρίζουν γύρω του και παριστάνουν το μαντρί. Εκείνος είναι το πρόβατο και ένα άλλο αγοράκι απ’ έξω παριστάνει το λύκο και προσπαθεί να τρυπώσει μέσα.
«Περπατώ στο δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ. Λύκε λύκε είσαι εδώ;»
«Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ».
Τα παιδιά δε τον αφήνουν, κι όταν μπαίνει αυτός, βγάζουν γρήγορα το πρόβατο….  Και πάλι το ίδιο, και πάλι, και πάλι ,… και τα γέλια κάνουν τον ήλιο πιο φωτεινό.

Αντίθετα από μένα, για κάποιους το ταξίδι της ζωής τέλειωσε. Το ναύλο της ήταν μικρότερο και έπιασαν … λιμάνι. Πόσο με θλίβει αυτό! Σίγουρη λοιπόν πως εκφράζω την επιθυμία πολλών, θέλω να πω ένα «Ευχαριστώ» στη Κυρία μας με την ελπίδα πως το γράμμα μου θα την βρει εκεί που είναι.  

Κάποτε μας είχε ρωτήσει τι θεωρούμε πως είναι πιο σημαντικό να γραφτεί για κάποιον που … «φεύγει». Άλλοι είπαμε «ήρωας», άλλοι «έξυπνος», άλλοι «δίκαιος»….
«Αγαπήθηκε», μας είπε εκείνη και όσο μεγαλώνω βρίσκω ότι είναι όντως το πιο σπουδαίο παράσημο που παίρνεις σ’ αυτή τη ζωή.  
Να αφήνεις κάποιο καλό «ίχνος» πίσω σου φεύγοντας. Να σε θυμούνται με αγάπη. Όπως λέει με δικά του λόγια κι ο Ουγκώ «Σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχει μόνο ένα πράγμα στο οποίο πρέπει να υποκλινόμαστε, την μεγαλοφυΐα. Κι ένα πράγμα στο οποίο πρέπει να πέφτουμε στα γόνατα, την καλοσύνη».

Σήμερα λοιπόν που ο λύκος κατάφερε να μπει στο μαντρί και να «χαλάει» ένα ένα τα προβατάκια, θέλω να της πω πως υπήρξαμε τυχερά που ήμασταν στο… «κοπάδι» της.
ΑΓΑΠΗΘΗΚΕ

                                                                  Κωνσταντίνα Μούτσιου

                                                      (Αυτή, της διπλανής σου πόρτας. Ξέρεις…)


  

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.