Η αγάπη προς τους συνανθρώπους μας, το αγκάθι του πλούτου και η βασιλεία του Θεού [Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου]

ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΝΗΣΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΠΛΑΣΤΗ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ, ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ ΤΗΣ


Στο 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του, ο απόστολος Παύλος συνθέτει έναν αριστουργηματικό ύμνο προς την αρετή της αγάπης, που είναι η κυριότερη ενέργεια του Θεού προς τον άνθρωπο, συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και χωρίς την οποία δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το θέλημα του Θεού, να ενωθεί μαζί Του κατά χάριν και να σωθεί. Άλλωστε ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος και έστειλε τον Υιό του, που θυσιάστηκε για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας και να μας χαρίσει τη νέα εν Πνεύματι ζωή (βλ. Α΄ Ιω. 4,9-10). «Αρχή και τέλος αρετής απάσης η αγάπη» (48,795), διδάσκει και ο χρυσός πατέρας της Εκκλησίας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Ο απόστολος των εθνών ξεκαθαρίζει ότι ακόμη κι αν κάποιος ήταν άξιος να μιλήσει όλες τις γλώσσες των ανθρώπων αλλά και των αγγέλων, γνώριζε όλες τις επιστήμες και κατείχε όλες τις γνώσεις, ήταν ο μεγαλύτερος προφήτης και έκανε μάλιστα και μοναδικά θαύματα, μοίραζε σε αγαθοεργίες όλη του την περιουσία ή έδινε τη ζωή του ως μάρτυρας της πίστεως, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗ, τότε σε τίποτα δεν θα τον ωφελούσαν όλα τα προτερήματά του και οι φιλανθρωπίες του, αφού δεν θα γνώριζε ή δεν θα κατόρθωνε να εντρυφήσει στην ρίζα και πηγή όλων των αρετών, την αγάπη. Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι εσχατολογικά μεγαλύτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Διότι στην αιώνια ζωή οι δύο αυτές κορυφαίες αρετές δεν θα χρειάζονται πια, αφού θα βλέπουμε το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο και θα βιώνουμε συνεχώς την άκτιστη δόξα Του. Η αγάπη όμως θα παραμένει ως τρόπος ζωής των αναγεννηθέντων και υιοθετηθέντων στο όνομα του Ιησού Χριστού παιδιών του Ουράνιου Πατέρα.
Η αγάπη, βέβαια, για να είναι ολοκληρωμένη είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται στην προσωπική μας ζωή και να γίνεται πράξη. Είναι αλήθεια ότι αρχής γενομένης από την πρωτοχριστιανική ζωή, και στη συνέχεια με τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, η Εκκλησία εφάρμοσε (και εφαρμόζει διαρκώς), για πρώτη φορά ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΑ, τα κοινωνικά συσσίτια υπέρ των αναξιοπαθούντων, των πενήτων και αναγκεμένων συνανθρώπων μας, όταν τα κράτη στερούνταν κάποτε σχετικής μέριμνας. Η πόλη της φιλανθρωπίας και της αγάπης που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος, η γνωστή ‘Βασιλειάδα’, παραμένει διαχρονικό παράδειγμα τού τι σημαίνει να είσαι πραγματικά άνθρωπος σε κατανόηση και προσφορά. Αλλά και τα ξακουστά συσσίτια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος έτρεφε καθημερινά 5.000 ανθρώπους, φανερώνουν ότι δίνει κανείς ουσιαστικά όταν δίνει από τα βάθη της υπάρξεώς του, και όταν η Χάρη του Θεού τον έχει επισκεφθεί.  
Στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως η τήρηση των εντολών του Χριστού απαραίτητα συνοδεύει τη χριστιανική ζωή, και ότι δεν αρκεί να συμπεριφέρεται κάποιος φιλάνθρωπα αν δεν εφαρμόζει και την εσωτερική κάθαρση από τα πάθη του. Ο Χριστός συμβουλεύει να τηρούμε με επίγνωση τις εντολές του Θεού, όπως παραδόθηκαν άλλωστε αρχικά στον Μωυσή, αν θέλουμε να βρεθούμε στον παράδεισο των δικαίων: ‘Μην μοιχεύσεις, μην σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου…». Αγκάθι που εμποδίζει την πνευματική ανύψωση προς τον Τριαδικό Θεό είναι και η προσκόλληση ορισμένων στα πλούτη, στους επίγειους θησαυρούς, από ανασφάλεια, φιλοχρηματία, και οπωσδήποτε απιστία, διότι μπορεί να χαθεί τελείως η ανθρωπιά και καλοσύνη και να ξεπέσει ο φιλοχρήματος στην χειρότερη δουλεία. «Πόσο δύσκολα», διδάσκει ο Κύριος, «θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα!». Και εννοείται εκείνοι που δεν τα διαχειρίζονται σωστά για την ελάφρυνση των προβλημάτων των συνανθρώπων τους, αλλά τα συσσωρεύσουν μόνο για τον εαυτό τους ή για τα «καλά τους γεράματα», θαρρείς και ξέρει άλλωστε κανείς πότε θα πεθάνει. Η παραβολή του ‘άφρονα πλουσίου’ τούς ταιριάζει απόλυτα (Λουκ. 12,13-21).

Γι’ αυτό ο Ιησούς προτείνει στον ευσεβή άρχοντα, ως τέλεια χριστιανική ζωή (και ψυχική αποδέσμευση από την υποδούλωση στην ειδωλολατρία των χρημάτων), το να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. «Έτσι θα έχεις», του λέει,  «θησαυρό κοντά στο Θεό» και όχι απλά κοσμικό θησαυρό, που είναι εντελώς προσωρινός και δεν τελειοποιεί τον άνθρωπο, ούτε φυσικά τον οδηγεί στον Ουρανό. Εξάλλου, «ευκολότερο είναι να περάσει μια καμήλα μέσα από τρύπα βελόνας, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού», επισημαίνει και πάλι ο Χριστός. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας της απόλυτης εξάρτησης των φιλοχρήματων και της εγωιστικής τους αυτάρκειας που δημιουργεί η σχέση με τα πλούτη τους (Λουκ. 18, 18-27).  

 
Η Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, η εντολή του Χριστού «ίνα αγαπάμε αλλήλους», η υπέροχη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που επισημαίνει ποιος αγαπά πραγματικά και ποιος προφασίζεται ιδιοτελώς την αγάπη, τα λόγια του Χριστού πάνω στον Σταυρό: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23,34), η συγχώρεση από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο όσων τον λιθοβολούσαν και τελικά τον φόνευσαν (Πράξ. 7,60), η αγάπη και προς τους εχθρούς ως κύριο χαρακτηριστικό της ζωής των πρώτων χριστιανών, καθώς και η φυγάδευση από τον άγιο Διονύσιο Ζακύνθου, τέλος 16ου αι., του ίδιου του φονιά του αδελφού του, φανερώνουν ότι χωρίς αγάπη δεν υπάρχει γνήσια χριστιανική ζωή, παρά μόνο μια πλαστή και ιδεολογική απομίμησή της. Όταν αγαπά κάποιος τον Θεό, οφείλει να αγαπά και την εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπος. Διότι δεν  μπορεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι αγαπά τον Θεό, που άλλωστε εξωτερικά δεν τον βλέπει, και να μην δείχνει την αγάπη του στους διπλανούς του (ή πολύ χειρότερο να τους μισεί), όταν εξάλλου κάθε μέρα τούς συναντά και μάλιστα συγχρωτίζεται μαζί τους (Α΄ Ιω. 4,19-21).
Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος έγινε άνθρωπος για να ευεργετήσει, να συνδράμει και να θεραπεύσει τους πάντες (Πράξ. 10,38). Αυτός είναι ο μόνος ιατρός ψυχών και σωμάτων, που με το σταυρικό Του θάνατο δίδαξε όχι μόνο πως το να συγχωρούμε είναι η θύρα για τον Παράδεισο και την λύτρωση, αλλά και ότι η αγάπη είναι κατεξοχήν προσφορά και θυσία και όχι μόνο λόγια και επιδερμική νουθεσία. Τέλος, αγάπη προς το Χριστό σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές και διδαχές Του. Διότι όποιος μένει πιστός σε ότι δίδαξε ο Χριστός, αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό (Β΄ Ιω. 4-9) και με το άγιο Πνεύμα.   

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.