Ἡ λ ο γ ι κ ὴ κ α τ α σ κ ε υ ὴ



    Τὸ 325 μ.Χ. συγκροτήθηκε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μὲ σκοπὸ νὰ ἐξετάσει τὴ διδασκαλία τοῦ αἱρετικοῦ πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρείας Ἀρείου.
    Ὁ Ἄρειος, ἀδυνατώντας νὰ κατανοήσει λογικὰ τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πῶς δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἕνας κατὰ τὴν οὐσία καὶ ταυτόχρονα τρία πρόσωπα, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα, δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Δὲν εἶναι Θεός. Ἀλλὰ δημιούργημα. Κτίσμα. Τὸ πρῶτο καὶ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅμως Θεός, ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς δὲν ὑπῆρχε, ἔλεγε ὁ Ἄρειος.
    Ἡ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος μεγάλοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (οἱ ἅγιοι Ἀθανάσιος, Σπυρίδων, Νικόλαος κ. ἄ.), δι-ατυπώνοντας τὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ «Πιστεύω» μας, προσδιόρισε ξεκάθαρα τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι κτίσμα τοῦ Θεοῦ, δὲν πλάστηκε ὅπως τὰ ἄλλα δημιουργήματα. Ἀλλὰ εἶναι Υἱὸς μονογενής, γεννημένος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ὄχι πλασμένος ὅπως ἐμεῖς. Φῶς ἐκ φωτός, Θεὸς ἀληθινός, ὁμοούσιος, ἴσος καὶ συνά-ναρχος μὲ τὸν Πατέρα. «Σφραγὶς ἰσότυπος» ποὺ φανερώνει «ἐν ἑαυτῷ» τὸν Πατέρα (Θ. Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου).
    Τὸ λάθος τοῦ Ἀρείου καὶ ὅλων τῶν αἱρετικῶν εἶναι ὅτι ἐπιχειροῦν μὲ βάση τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ νὰ κατανοήσουν τὸν Θεό. Ὅ,τι ὅμως ἀφορᾶ τὸν Θεὸ δὲν ὑπόκειται σὲ λογικὴ ἀνάλυση καὶ ἑρμηνεία. Ἡ πίστη μας δὲν ἀνακαλύφθηκε ἀπὸ ἀνθρώπινα μυαλά. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτό του στὸν κόσμο «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» (Ἑβρ. 1, 1). Πολλὲς φορὲς καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους. Διὰ μέσου τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἁγίων.
Ἡ τέλεια ἀποκάλυψη ὅμως τοῦ Θεοῦ ἔγινε διὰ μέσου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο». Μᾶς γνώρισε τὰ πάντα γιὰ τὸν Θεό, ὅταν ἔλαβε σάρκα καὶ «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. 1, 14-18).
    Ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποκαλύφθηκε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅσα ἀφοροῦν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπέρλογα. Καλούμαστε ἁπλῶς ἐν ταπεινώσει νὰ τὰ πιστέψουμε. Δὲν μπορεῖ ἡ πεπερα-σμένη λογική μας νὰ χωρέσει, νὰ αναλύσει καὶ νὰ ἐξηγήσει τὸν ἄπειρο Θεό.
Ἡ λογική μας εἶναι χρήσιμη γιὰ τὴν ἐνδοκοσμικὴ γνώση. Καὶ ἐν μέρει κατανοεῖ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τὸν τρόπο δηλαδὴ μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς σχετίζεται μὲ τὸν κόσμο. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὲς πλήρη γνώση θὰ ἔχουμε, ὅταν, ξεπερνώντας τὸ φράγμα τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, βρεθοῦμε «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» ἐνώπιόν Του (Α΄ Κορ. 13, 12).
    Μέχρι τότε κάθε «λογικὴ κατασκευή», κάθε συλλογιστικὴ τεκμηρίωση, κάθε ἀνθρώπινος στοχασμὸς γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι μιὰ μάταιη, ἀλαζονικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξηγήσει τὸ ὑπέρλογο (Μητροπ. Νικοπόλεως Μελετίου, Ἡ Ε΄ Οἰκ. Σύνοδος, σελ. 25 ἑξ.).
    Ἡ πίστη χρειάζεται ταπείνωση καὶ ὑπακοή.

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 371, Ἰούνιος 2014)

Aναρτήθηκε από: π. Δημήτριο Μπόκο

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.