8/9 Το Γεννέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου


Με πρόσφατο τον απόηχο των μεγάλων Θεομητορικών εορτών του Αυγούστου, όπου εορτάσαμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, τα μεθέορτα αυτής με αποκορύφωμα την απόδοση της εορτής και την κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας μας εισήλθαμε, ήδη από την 1η Σεπτεμβρίου, με τη χάρη του Θεού, στο νέο εκκλησιαστικό έτος. Ωστόσο, και το νέο έτος ξεκινά με μία μεγάλη θεομητορική εορτή, το Γεννέσιο ή Γενέθλιο της Θεοτόκου. Αιτία πνευματικής χαράς και αγαλλιάσεως η σημερινή ημέρα, γιατί εορτάζομε την γέννηση της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, του ευωδεστάτου άνθους που βλάστησε «εκ της ρίζης Ιεσσαί». Εορτάζομε «παγκοσμίου ευφροσύνης γενέθλιον», γεγονός το οποίο καθίσταται «η είσοδος όλων των εορτών και το προοίμιο του μυστηρίου του Χριστού», κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης. Γέννηση, που έγινε πρόξενος της αναγεννήσεως, αναπλάσεως, ωραιοποιήσεως και ανακαινίσεως των πάντων. Σήμερα γεννιέται Αυτή που θα γεννήσει χρονικώς, κατά ανερμήνευτο και παράδοξο τρόπο, τον άχρονο και προαιώνιο Θεό Λόγο, τον Δημιουργό και Σωτήρα του κόσμου.
Ωστόσο, φαινομενικά υπάρχει μία αντίφαση: η χριστιανική ορθόδοξη πίστη δεν προβάλλει τα γενέθλια ενός ανθρώπου ως ημέρα εορτής, αλλά την ημέρα που εορτάζει ο Άγιός του. Εξαίρεση γίνεται μόνο για το πρόσωπο της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Πώς λοιπόν εδώ έχουμε εορτή Γενεθλίων; Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη. Τα γενέθλια ενός ανθρώπου, η ημέρα του ερχομού του στον κόσμο, λειτουργούν στο επίπεδο μίας οριζόντιας πορείας του ανθρώπου, η οποία στην πραγματικότητα τροφοδοτεί το θάνατο. Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο μέσα σε πλαίσια φθοράς και γνωρίζει ότι το τέλος του είναι ο θάνατος. Τι να γιορτάσει λοιπόν; Η ημέρα όμως που εορτάζει ο Άγιος ενός ανθρώπου, αυτός του οποίου φέρει το όνομα, ή έστω η ημέρα της βαπτίσεώς του, ως ημέρα εντάξεώς του στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, ως μέλος αυτού, αυτό συνιστά την ανάμνηση της χάρης που δέχτηκε εκ Θεού, συνεπώς την απαρχή της σωτηρίας του. Αν κάτι εορτάζεται στην Εκκλησία είναι γιατί έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, είναι ηλίου φαεινότερο γιατί η Εκκλησία μας εορτάζει τα Γενέθλια της Παναγίας ή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου: τότε έρχονται στον κόσμο εκείνοι που κατεξοχήν συνεργούν στον ερχομό του Χριστού και συνεπώς στη σωτηρία του κόσμου. «Η Γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη. Εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών».
Όλες οι προεικονίσεις, προτυπώσεις και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης σε Αυτήν αναφέρονται. Αποτελεί την αποκορύφωση, την ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Θεού. Την Παναγία μας προεικόνιζαν η άφλεκτος βάτος στο όραμα του Μωυσή, οι θεόγραφες πλάκες και η κιβωτός του Νόμου, το ουράνιο μάννα και η χρυσή στάμνα, η λυχνία και η τράπεζα, η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα, η κλίμακα του Ιακώβ, ο πόκος του Γεδεών, η κάμινος που με το πυρ δρόσιζε τους Τρεις Παίδες, αλλά και αυτά τα Άγια των Αγίων της σκηνής του μαρτυρίου. Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Για την Παλαιά αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων, ενώ για την Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους. Για το λόγο αυτό μακαρίζεται από «πάσα γενεά». Με τη γέννηση της Θεοτόκου τελειώνει ουσιαστικά η Παλαιά Διαθήκη. Γι᾿ αυτό και ένα σχετικό τροπάριο λέγει στην Παναγία: «Άχραντε, η διά λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ᾿ εσχάτων των ημερών τεκούσα...». Ποιες είναι αυτές οι «έσχατες ημέρες»; Όχι, βέβαια, η Δεύτερη Παρουσία του Χριστού, αλλά το τέλος της Παλαιάς Διαθήκης με τη Γέννηση της Παναγίας.
Όλη η δημιουργία περίμενε τη γέννησή Της. Η Παναγία μας είναι «ο καρπός των κτισμάτων» κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδή το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση. Όπως το δένδρο υπάρχει για τον καρπό, έτσι η κτίση υπάρχει για την Παρθένο και η Παρθένος για τον Χριστό. Όπως τονίζουν οι Πατέρες όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και ο ουρανός και η γη, όλη η ορατή και αόρατη κτίση δημιουργήθηκαν για την άχραντο Παρθένο. Όταν ο Θεός στην αρχή των αιώνων ατενίζοντας προς τα δημιουργήματά Του, είπε ότι είναι «καλά λίαν», ουσιαστικά έβλεπε μπροστά Του τον καρπό όλης της δημιουργίας, την Υπεραγία Θεοτόκο, και ο έπαινός Του ήταν στην πραγματικότητα «ευφημία της Παρθένου».
Κατά τη σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Δέσποινάς μας. «Το καινότατον αυτό δημιούργημα» δεν ήταν η καλύτερη γυναίκα στην γη, ούτε απλά η καλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο. Ο δημιουργός Θεός Λόγος έπλασε τέτοια την ανθρώπινη φύση, ώστε όταν θα χρειαζόταν να γεννηθεί, να λάβει από αυτήν τη Μητέρα Του. Ο αόρατος και αθέατος Θεός προ Αυτής, τώρα δι’ Αυτής, έρχεται επί γης και γίνεται ορατός• ενώνεται και κοινωνεί με την κτίση με έναν ουσιαστικότερο τρόπο. Ενώνει διά της ανθρωπίνης φύσεώς Του όλη την κτίση στην υπόστασή Του και τη θεώνει. Ο ανείδεος, απερίγραπτος και ανέστιος Θεός λαμβάνει «δούλου μορφήν», ανθρώπινη σάρκα και λογική ψυχή, συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και περπατά πάνω στην γη. Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία Μητέρα Του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου».
Σήμερα λύνεται η στειρότητα της Άννας και γεννά «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Άμπελος ευκληματούσα εξ Άννης εβλάστησε και βότρυν γλυκύτατον ήνθισε, νέκταρ τοις γηγενέσι πηγάζοντα εις ζωήν αιώνιον. Ιωακείμ και Άννα έσπειραν εαυτοίς εις δικαιοσύνην και εθέρισαν καρπόν ζωής…». Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στη Σάρρα τη σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στη Ρεβέκκα τη σύζυγο του Ισαάκ, στην Άννα τη μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ τη μητέρα του προφήτου Προδρόμου. Όμως διαφέρει κατά πολύ το σημερινό θαύμα. Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία, το τέκνο της Άννας και του Ιωακείμ, ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους, η Μητέρα του Θεού. Τη σύγκριση μεταξύ της μητέρας της Παναγίας και άλλων ατέκνων γυναικών της Αγίας Γραφής κάνει ωραιότατα το γ’ Στιχηρόν του Εσπερινού της εορτής: «Ει και θείῳ βουλήματι περιφανείς στείραι γυναίκες εβλάστησαν, αλλά πάντων η Μαρία των γεννηθέντων θεοπρεπώς υπερέλαμψεν· ότι και αγόνου παραδόξως τεχθείσα μητρός, έτεκεν εν σαρκί των απάντων Θεόν, υπέρ φύσιν εξ ασπόρου γαστρός…».
Όπως βλέπομε σε όλα σχεδόν τα τροπάρια της ιεράς Ακολουθίας του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, οι ιεροί υμνογράφοι τονίζουν, παραλλήλως προς τη Γέννηση της Παναγίας, και το ρόλο της ως Μητέρας του Θεού. Ακόμη στη λύση της στειρώσεως της Άννας διαβλέπουν, κατά τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, τη λύση της στειρώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, η οποία θα απολαύσει τους καρπούς της θείας Χάριτος. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ένα ιδιόμελο του εσπερινού: «η της φύσεως ημών διαλύεται στείρωσις».
Η Παναγία μας γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, την Άννα. Γιατί αυτό; Αυτό έγινε για να προεικονίσει το θαύμα της Γεννήσεως του Χριστού από παρθένο. Και σε αυτό το σκοπό απέβλεπαν οι στείρες γυναίκες στην Παλαιά Διαθήκη, που τεκνοποίησαν θαυμαστώς. «Αν σας ρωτούν οι Ιουδαίοι, λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πως έτεκε η Παρθένος, να τους ρωτάτε και σεις: Πως έτεκε η στείρα;».
Η Παναγία μας δε γεννήθηκε από άσπιλη σύλληψη, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά μετά από τη φυσική συνάφεια του Ιωακείμ και της Άννας. Λύθηκε δε η φυσική στειρότητα της Άννας χάρις στην άμεση παρέμβαση του Θεού ως απάντηση στις προσευχές των δικαίων Θεοπατόρων. Οι γέροντες Ιωακείμ και Άννα συνήλθαν χωρίς καμμία σαρκική έλξη και ηδονή, μόνο από υπακοή στον Θεό. Επεσφράγισαν και με αυτήν την πράξη τους την σωφροσύνη τους. Κατά αυτόν τον τρόπο η Παρθένος συνελήφθη «σωφρόνως εν τη νηδύι της Άννας εξ Ιωακείμ». Το ότι συνελήφθη σωφρόνως σημαίνει ότι ο τρόπος της συλλήψεως ήταν αγνός. Για να ήταν όμως η Παρθένος απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, δηλ. να είχε άσπιλη σύλληψη, έπρεπε να είχε γεννηθεί παρθενικώς, όπως και ο Χριστός.
Οι δίκαιοι Θεοπάτορες για να αποκτήσουν όμως τέτοιο τέκνο έδειξαν πίστη αδίστακτη, υπομονή αλύγιστη, έτρεφαν την ελπίδα που δεν καταισχύνει, είχαν μεγάλη καρτερία στις προσευχές τους, ότι ο Θεός θα εκπληρώσει το αίτημά τους. Και δεν υπέμειναν την ατεκνία τους για λίγο μόνο διάστημα. Η παράδοση λέγει ότι μετά από πενήντα χρόνια στειρότητας αποκτά η Άννα τη Θεοτόκο.
 Ευτυχισμένα τα παιδιά που δεν είναι μόνο καρπός του σαρκικού θελήματος των γονέων τους αλλά και των προσευχών τους και της αγίας ζωής τους. Κατά κάποιο τρόπο είναι και αυτά «εκ Πνεύματος Αγίου» και της σάρκας των γονέων τους. Επίσης ευτυχισμένα τα παιδιά αυτά, διότι στο DNA τους λαμβάνουν τα εκτυπώματα των αρετών των γονέων τους και κληρονομούν τον υγιή ψυχοσωματικό τους κόσμο. Δεν τα βασανίζουν αμαρτωλές καταβολές και εξασθενημένες φύσεις αθλίων γονέων. Παίρνουν δώρο από τους γονείς τους τη βάση για να δομήσουν και να τελειοποιήσουν τη δική τους αγιότητα.
Αυτή η στάση των Θεοπατόρων πρέπει να παραδειγματίζει όλους μας. Όχι μόνον όσους αδελφούς μας δεν μπορούν να αποκτήσουν παιδιά, οι οποίοι δεν πρέπει να χάνουν την ελπίδα τους στον Θεό για τον οποίο «τα αδύνατα τοις ανθρώποις, δυνατά παρά Αυτώ εστίν» (βλ. Λουκ. 18,27), αλλά και όλους τους πιστούς που αγωνίζονται τον «καλόν αγώνα».
Πολλές φορές δυσφορούμε στον αγώνα μας και λέμε ότι δεν βρήκαμε αντίκρισμα, δεν έχουμε αίσθηση της Χάριτος, αδημονούμε. Και έτσι λυπημένοι που είμαστε, μαραίνεται ο ζήλος μας, χαλαρώνουμε την αγωνιστικότητά μας, την άσκησή μας. Όμως δεν πρέπει να κάνομε έτσι. Μήπως οι Θεοπάτορες επειδή ο Θεός δεν απάντησε αμέσως στις προσευχές τους σταμάτησαν να Τον επικαλούνται, να πιστεύουν ότι θα λάβουν, σταμάτησαν να κρούουν, να ζητούν, να ελπίζουν; Και τί αδαμάντινη υπομονή και καρτερία έδειξαν για τόσα χρόνια!
Για να βιωθούν τα πνευματικά «χρεία μεγάλης υπομονής». Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έζησε την συστολή, την στέρηση της θείας Χάριτος, τις θλίψεις του νοητού πολέμου για τριάντα χρόνια. Έλαβε μόνιμα την θεία Χάρη μετά από αυτό το μακρό χρονικό διάστημα αιματηρού αγώνα και υπομονής. Χρειάζεται υπομονή στις θλίψεις, πίστη στις επαγγελίες του Θεού, τέλεια υπακοή στο θέλημα του Θεού και ελπίδα ώστε να μην «εκκακούμε εν ταις προσευχαίς». Ο Θεός γνωρίζει πότε μας συμφέρει να μας δώσει την ανέκφραστη, την ακατάληπτη και ανεκτίμητη θεοποιό δωρεά Του, την θεία Χάρη ως ενδημούσα κατάσταση. «Τα πνευματικά αφ’ εαυτών έρχονται», τονίζει ο αββάς Ησαΐας, δεν τα ρυθμίζομε όπως και όποτε θέλομε εμείς.
Μάλιστα, πολλές φορές, πριν ο Θεός μας δώσει κάποια ευλογία, ένα χάρισμα, μας δοκιμάζει με έναν πειρασμό, του οποίου η έκβαση καθορίζει και το αν αποδειχθούμε άξιοι να δεχθούμε το θείο αυτό δώρο. Αυτό παρατηρούμε και στους Θεοπάτορες, που όταν πλησίαζε ο καιρός για να τους δώσει ο Θεός τέκνο, παραχώρησε να δοκιμασθούν ακόμη περισσότερο. Ήταν η εορτή της Σκηνοπηγίας και όταν πήγαν στον ναό να προσφέρουν δώρα, ο ιερέας Ρουβίμ τους ονείδισε λέγοντάς τους, ότι δεν ήταν άξιοι να προσφέρουν δώρα στον Θεό, αφού δεν έκαναν παιδιά για τον Ισραήλ. Οι Θεοπάτορες μετά από αυτό το συμβάν λυπήθηκαν πάρα πολύ, αλλά δεν απελπίσθηκαν. Κατέφυγαν σε «εκ βαθέων προσευχή», η οποία τελικά εισακούστηκε άμεσα, αφού άγγελος Κυρίου πληροφόρησε καθέναν ξεχωριστά ότι θα γίνει η σύλληψη και η γέννηση τέκνου που θα διακηρυχθεί σε όλη την οικουμένη.
Έτσι και εμείς, αγαπητοί μου αδελφοί, να επιδεικνύουμε αγόγγυστη υπομονή στις θλίψεις και στους πειρασμούς, που παραχωρεί ο Θεός για την δική μας ωφέλεια και πνευματική προκοπή. Ευχόμεθα η Κυρία μας Θεοτόκος και η Θεοπρομήτωρ Άννα, που έχουν την ευλογία να θεραπεύουν τη φυσική στειρότητα, να θεραπεύσουν τις στείρες καρδιές μας από πνευματικά έργα, ώστε ο Θεός να πέμψει στις ψυχές μας τη θεία και γλυκυτάτη Χάρη Του, η οποία ομορφαίνει, ανακαινίζει, αθανατίζει και αφθαρτίζει τον άνθρωπο.
Αναρτήθηκε από: π. Μαρίνο Πιτσικαλή

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.