Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου [π.Μαρίνου Πιτσικαλή]


Μέσα στη σωματική και πνευματική νωχέλεια του καλοκαιριού η Εκκλησία μας προβάλλει, ως μία δροσερή όαση και πνευματική ανάταση το σεπτό πρόσωπο της Υπερμάχου Στρατηγού του γένους μας μέσα από τη μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως και της εις ουρανούς μεταστάσεως της Παναγίας μας.
Πολλοί είναι αυτοί που έγραψαν για τη Θεοτόκο. Η Ίδια, ωστόσο, δεν έγραψε τίποτε. Δεν έχουμε κείμενα της Παναγίας, ομιλίες, επιστολές, διαλόγους. Έχουμε όμως την Ίδια την Παναγία, η οποία είναι το γράμμα του Θεού. Δεν έγραψε βιβλία η Θεοτόκος, αλλά έγινε η Ίδια το βιβλίο, στο οποίο ο Θεός έγραψε το λόγο Του. Η Παναγία δε μας άφησε γραπτό λόγο. Μας άφησε όμως τον Ένσαρκο Λόγο, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά που μπορούσε να γίνει στην ανθρωπότητα. Η Παναγία είναι πρότυπο της σιωπηλής προσευχής, της αδιάκοπης και αδιάλειπτης προσευχής, που προσανατολίζει μόνιμα την ψυχή προς τον Θεό. Όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς : «διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής».
Ένα από τα βασικά θέματα το οποίο η Εκκλησία μας προβάλλει για το σεπτό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι ότι χαρακτηρίζεται ως Παναγία. Δεν είναι Παναγία, διότι γεννήθηκε Παναγία, αλλά διότι έγινε Παναγία. Η Αγιότητά Της δεν είναι αποτέλεσμα μαγικής ή υπερφυσικής δράσης, αλλά προϊόν του δικού Της πνευματικού αγώνα εναντίον του διαβόλου και της αμαρτίας. Είναι κατά πάντα Αγία, σε όλα είναι Αγία. δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό στη ζωή της, στις σκέψεις της, στις επιθυμίες της, στις πράξεις της, στις θελήσεις της, στα έργα της, στις κινήσεις και στην εμφάνισή της, στο παρουσιαστικό της, όλα είναι άγια και όλα είναι αγνά, "'Αγνείας θησαύρισμα", καθ' όλα Αγία, Παναγία. Τόση είναι η τιμή που της αποδίδεται ώστε, αποκαλείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως η «μετά Θεόν θεός». Επίσης αναφέρεται ότι κατέχει «τα δευτερεία της Αγίας Τριάδας».
Πού όμως οφείλεται αυτή η αγιότητα της Πα¬ναγίας μας; Τί το εξαιρετικό είχε η Παναγία και κατόρθωσε και απέκτησε αυτήν την αγιότητα; Η Παναγία ήταν ένας άνθρωπος καθ' όλα όμοιος προς εμάς. Γεννήθηκε από ένα γεροντικό άγιο ζευγάρι, τον Ιωακείμ και την Άννα ως καρπός προσευχής. Σε μεγάλη ηλικία, άτεκνοι παρακάλεσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσαν θερμά τον Θεό εν προσευχή και νηστεία να τους χαρίσει ένα παιδί. Και ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους χάρισε όχι απλώς ένα παιδί σαν όλα τα άλλα,• τους χάρισε εκείνο το παιδί από το οποίο επρόκειτο να λυτρωθεί ο κόσμος, να γεννηθεί ο λυτρωτής του κόσμου.
Πώς λοιπόν πέρασε η Παναγία μας την αγία και ασκητική ζωή της; Η Εκκλησία διδάσκει ότι η Παναγία σε ηλικία τριών ετών αφιερώθηκε, από τους γονείς της στον Ναό. Η Παναγία εισέρχεται στα άγια των αγίων και εκεί μέσα στο Ναό φυτεύεται ως ελαία, όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Σαν ελιά φυτευμένη μέσα στο Ναό η Παναγία μας γίνεται κατάκαρπος, φορτωμένη από καρπούς αρετής και αγιότητος. Τα έργα της, οι σκέψεις της και οι επιθυμίες της αποκόπτονται πλέον από τον κόσμο και από τις επιθυμίες του κόσμου. Αυτή η παιδούλα των τριών ετών μέχρι της ηλικίας των δέκα πέντε ετών, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, γίνεται μέσα στο Ναό η μεγαλύτερη ασκήτρια, η μεγαλύτερη ησυχάστρια, όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Πα-λαμάς. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια μέσα στο Ναό συντροφιά μόνο με ιερείς, με την προσευχή, με τους ύμνους, με τις σκέψεις της και τις επιθυμίες όλες εστραμμένες στο Θεό, μακριά από τον κόσμο.
Έτσι λοιπόν αυτή η φυτευμένη μέσα εις τον Ναό ελαία κατέκτησε αυτούς τους καρπούς της αρετής και της αγιότητος, της ασκήσεως και της καθαρότητος, της αγιότητος και της ταπεινώσεως. Σε αυτήν την ηλικία των 15 ετών την επισκέφθηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, "Άγγελος Πρωτοστάτης", για να της μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα, να την ονομάσει "κεχαριτωμένη"• "Χαίρε, Κεχαριτωμένη". Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η Παναγία δεν αποκαλείται απλώς Χαριτωμένη, αλλά «Κεχαριτωμένη», γιατί δε δέχτηκε ένα μόνο μέρος της χάρης του Θεού, αλλά όλη τη χάρη του Θεού, αφού αξιώθηκε να κυοφορήσει τον Υιό του Θεού. Παλαιά στην αρχή του Κόσμου μια άλλη γυναίκα, η Εύα, έφερε την κατάρα σ' όλο το ανθρώπινο γένος με την παρακοή της• τώρα η Παναγία με την αγία ζωή της, με την άσκηση και την υπακοή της, επισύρει την ευλογία και τη χαρά και γίνεται η κεχαριτωμένη.
Διδάσκουν οι Πατέρες της εκκλησίας ότι μέχρι την εποχή εκείνη η καθαρότητα, η αγνότητα ήταν δική της κατάκτηση, δικό της έργο, δική της συνεργεία. Τώρα έρχεται το Άγιο Πνεύμα και ολοκληρώνει αυτή την κάθαρση και ολοκληρώνει αυτήν την αγνό¬τητα. Αφαιρεί τον προπατορικό ρύπο, γιατί από εκεί μέσα επρόκειτο να γεννηθεί ο Θεός, ως επιβράβευση της υπακοής, της αγνότητας και της καθαρότητας.
Ας θυμηθούμε πόσο διακριτικά η Παναγία στάθηκε στο πάθος του Κυρίου και στο κήρυγμα των Αποστόλων. Οι Απόστολοι εκήρυτταν σε όλη την οικουμένη. Η Παναγία υπό την προστασία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, δεν αναμειγνύεται στο έργο, που δεν είναι δική της διακονία. Αντίθετα σήμερα  πολλές γυναίκες επιχειρούν να ανατρέψουν το σύμπαν, δεν ανέχονται να είναι στο περιθώριο των ανδρικών δραστηριοτήτων ξεσηκωμένες από τα φεμινιστικά κινήματα προσπαθούν ακόμα και μέσα στο ιερό να εισέλθουν, και  να γίνουν ιέρειες, και να κατακτήσουν την Ιερωσύνη. Η Παναγία ταπεινά και διακριτικά μένει στο περιθώριο και επιδεικνύει σ' όλη της τη ζωή αυτή την ταπείνωση και την αγιότητα, την καλοσύνη και επιείκεια.
Η Θεοτόκος όμως ήταν άνθρωπος. Από τους ανθρώπους βλάστησε. Κι ήταν μέτοχος σε κάθε κοινό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους. Ήταν συνεπώς αναμενόμενο ότι έπρεπε να βιώσει και το πικρό ποτήριο του θανάτου. «Πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει προς την ζωή περνώντας από τον θάνατο!», αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο θάνατος της Μητέρας του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε δεν ονομάζεται καν θάνατος, αλλά «κοίμησις» και «θεία μετάστασις» και εκδημία ή ενδημία προς τον Κύριο. Και αν ακόμη λεχθεί θάνατος, όμως είναι θάνατος ζωηφόρος, αφού μεταβιβάζει σε ουράνια και αθάνατη ζωή. Η μετάσταση της Θεοτόκου ως ένα γεγονός αναμφισβήτητο, που διασώθηκε από την ιερά Παράδοση, έχει ενσωματωθεί στη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δεν έχει σχέση με τις ευσεβιστικές δοξασίες των Δυτικών περί ασπόρου συλλήψεως και άνευ θανάτου ζωής της Θεοτόκου.
Αν και η Παναγία είχε σώμα ζωαρχικό εν τούτοις ως άνθρωπος δέχεται την ασθένεια του θανάτου και πεθαίνει. Χωρίς όμως να χωρισθεί η ψυχή και το σώμα Της από τον Θεό• λύνεται προσωρινά ο σύνδεσμος που τα ενώνει μεταξύ τους, όπως είχε γίνει και με τον Χριστό. Μετά το θάνατο η ψυχή Της ενώνεται αμέσως με τον Χριστό, διότι ο Κύριος κατά την ώρα της Κοιμήσεως της Μητέρας Του συνοδευόμενος από τα υπερκόσμια τάγματα των αγγέλων και αγίων παίρνει την ιερά ψυχή Της όχι απλώς στον ουρανό, αλλά «έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, εις τα επουράνια Άγια των Αγίων», όπως αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της Παναγίας μετά από τρεις ημέρες μετατίθεται στους υπερουρανίους χώρους, άφθαρτο, προς τον Μονογενή και αγαπημένο Υιό Της. Δηλαδή μπορούμε να μιλήσουμε και για εν σώματι ανάσταση της Θεοτόκου. Ανάσταση όμως που δεν ενεργήθηκε από την ίδια, αλλά από τον Υιό και Θεό Της. Η Παναγία ζει στον ουρανό εν σώματι. Μετατέθηκε τιμητικά, πρώτη από όλους τους ανθρώπους. Η Θεοτόκος δεν προγεύεται απλά τη δόξα του Παραδείσου, αλλά ζει ολόκληρη τη δόξα της ανθρώπινης φύσης: «Τη ενδόξω Κοιμήσει σου ουρανοί επαγάλλονται και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα».
Μάρτυρας αυτής της αναστάσεως-μεταστάσεως της Θεοτόκου είναι ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος δεν παρευρισκόταν στην οσία ταφή Της, αλλά ερχόμενος καθυστερημένος, κατά τη Θεία Οικονομία, μετά από τρεις ημέρες, και μετά από παράκλησή του ανοίγουν οι υπόλοιποι απόστολοι τον τάφο και δεν βρίσκουν το θεοδόξαστο εκείνο σώμα. Βλέπουν όμως την Θεοτόκο να ανεβαίνει στους ουρανούς και να παραδίδει στον απόστολο Θωμά την Τιμία και Αγία Της Ζώνη ως τεκμήριο της μεταστάσεώς Της, κάτι αντίστοιχο που είχε γίνει και με την ψηλάφηση του Κυρίου από τον ίδιο απόστολο.
Η Παναγία Θεοτόκος μετά την κοίμησή Της καθίσταται η Μητέρα της νέας κτίσεως, της Εκκλησίας του Χριστού. Επειδή Αυτή είχε την κεντρική θέση στην οικονομία της σωτηρίας, αφού από Αυτήν σαρκώθηκε ο Κύριος που είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, έχει τώρα στην επουράνιο Εκκλησία όλο το πλήρωμα της Χάριτος και δόξας και παρρησίας. Έγινε η ευεργέτιδα πάσης της φύσεως και κτίσεως, γι’ αυτό προσκυνείται από όλη την κτίση ως Κυρία και Δέσποινα και Βασίλισσα και Θεομήτορα.
Η Εκκλησία μας, απευθυνόμενη στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε αυτόν τον άλλο τρόπο ζωής που εξακολουθεί να προτείνει στον άνθρωπο. Η Υπεραγία Θεοτόκος δεν είναι απλώς η γυναίκα εκείνη που γέννησε το Χριστό, ούτε η Μάνα που ακούει τα παράπονά μας, συμπαρίσταται στις δυσκολίες και τους καημούς μας, στέργει και μεσιτεύει στον Υιό της για τον καθέναν από μας που απευθύνεται προς Αυτήν.
Η Παναγία είναι ό,τι καλύτερο προσέφερε ο άνθρωπος στο Θεό και ταυτόχρονα ό,τι ο Θεός κατέστησε σκεύος εκλογής Του, ανταποκρινόμενος στην ωραιότητα του σώματος και της ψυχής. Η Παναγία δεν ήταν κάτι το απρόσιτο, το υπερφυσικό, ένα πρόσωπο που τυχαία εμφανίστηκε και προικίστηκε χάρις στην εύνοια του Θεού με μοναδικά προνόμια. Στο πρόσωπό της ενσαρκώθηκαν η υπακοή και η αγάπη προς το Θεό. Και έγινε η νέα Εύα. Η παλαιά Εύα προτίμησε την υπακοή στον εαυτό της και στο διάβολο και έδειξε αγάπη μόνο προς τον κόσμο και τη ζωή του. Η νέα Εύα, όχι χωρίς σκέψη, αλλά με επίγνωση, αφήνει τον ολοκάθαρο εαυτό της στα χέρια του Θεού, από αγάπη προς Αυτόν. Και αποδέχεται τη σάρκωση του Χριστού στη μήτρα της όχι ως άβουλη ύπαρξη, αλλά ως αγιασμένο πρόσωπο, δηλαδή ως προσωπικότητα που παραδίδει τους χυμούς του σώματος και της ψυχής στην αγάπη του Θεού, Τον κυοφορεί και Τον ακολουθεί μέχρι τέλος.
Αυτή της η στάση δίνει στον άνθρωπο πάντοτε ένα μεγάλο μήνυμα. Ότι μας λείπει η υπακοή στο θέλημα του Θεού, αλλά και η αγάπη προς Αυτόν. Με λιγότερο ή περισσότερο έντονο τρόπο θεοποιούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, είτε στη μορφή του χρήματος και του συμφέροντος είτε στις απολαύσεις, μικρές ή μεγάλες, είτε στην ασυνείδητη απιστία προς το Θεό, είτε στην έλλειψη επαρκούς προσπάθειας να αγαπήσουμε τον Θεό και το συνάνθρωπο. Λείπει από τη ζωή μας εκείνη η γνήσια χαρά του να κατοικήσει ο Χριστός μέσα μας με την τήρηση των εντολών Του, με την προσευχή μας σ' Αυτόν και με την μετοχή μας στη Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο έμψυχος Παράδεισος. Αυτή μέσα στα σπλάχνα της, ως άλλος πνευματικός Παράδεισος, βλαστάνει το νέο Ξύλο της ζωής, τον Ιησού Χριστό, τον Θεάνθρωπο Κύριο, που με το έργο Του, την προσφορά Του, τα θαύματά Του, την ανυπέρβλητη ζωηφόρο διδασκαλία Του, και ιδιαιτέρως με την Σταυρική Του Θυσία, θεραπεύει τη θανατηφόρο κρίση που υπήρχε και υπάρχει στις σχέσεις Θεού και ανθρώπου. Έτσι όσοι από μας, καταφεύγουμε στη χάρη της Παναγίας, και ενούμεθα με τον Υιόν της και Θεόν ημών, τον Σωτήρα και Κύριον Ιησούν Χριστόν, αρχίζουμε μια καινούργια ζωή. Τη ζωή της ζωντανής πίστεως και της ενεργουμένης αγάπης, τη ζωή των αρετών, την αγία ζωή, που επεκτείνεται στην αιωνιότητα, από τώρα και πάντοτε, στους αιώνας των αιώνων.
Η Θεοτόκος Μαρία είναι λοιπόν το όργανο που ο Θεός χρησιμοποίησε για την ένσαρκη Οικονομία Του. Αυτή είναι από την άλλη μεριά το δώρο της ανθρωπότητας στο έργο της Λύτρωσης. Της Λύτρωσης από τα δεσμά του κόσμου. Όλοι μας αγωνιζόμαστε για την λύτρωση μας από δεσμά και πάθη, αναζητούμε την κάθαρση, τον φωτισμό.
Στην πρόοδο της  λυτρώσεως, καθάρσεως και φωτισμού, μας βοηθούν οι πρεσβείες και οι μεσιτείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι βλέπει και ακούει τους στεναγμούς μας, τα δάκρυά μας, τους πόνους και τις λύπες μας, τις αγωνίες μας, τους φόβους και τα προβλήματά μας. Και σαν Καλή Μητέρα τρέχει για μας τα παιδιά της, μας πιάνει απ’ το χέρι και μας οδηγεί στον Υιό και Θεό της και Θεό και Κύριο μας.
Ο Άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Που ημπορώ να απαριθμώ όλα τα μεγαλεία όσα εποίησε ο Θεός εις την Αειπάρθενον; Αυτά είναι άπειρα κατά το μέγεθος και αναρίθμητα κατά το πλήθος. Και αν ήταν δυνατόν να ενωθούν όλοι όσοι εσώθησαν με τον άσπορον τόκον Της και να γίνουν ένα στόμα και μία γλώσσαν πάλιν δεν ήθελαν δυνηθή να αριθμήσουν τα μεγαλεία της Θεοτόκου και να τα εγκωμιάσουν κατά την αξία τους. Τι λέγω; Ούτε αυτοί οι Άγγελοι του ουρανού, ούτε αυταί αι πρώται και ανώταται τάξεις των Χερουβείμ και Σεραφείμ δύνανται να αριθμήσουν και να επαινέσουν τα υπερφυή και υπέρ έννοιαν μεγαλεία της Μητρός του Θεού». 
    Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας διασώζει το περιστατικό εκείνο κατά το οποίο η Παναγία έχασε το παιδί της επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα. Ως άνθρωπος ανησύχησε και πόνεσε. Σε λίγο όμως βρήκε το δωδεκαετή Ιησού να διδάσκει στο Ναό των Ιεροσολύμων. Η Παναγία χάρηκε τότε και ανακουφίστηκε. Σήμερα όμως θρηνεί. Ψάχνει να βρει τα παιδιά Της στους Ναούς, στο φυσικό χώρο καταφυγής και αναψυχής, στον οποίο θα ήθελε να βρίσκονται. Δε θέλει η Παναγία μας τους Ναούς γεμάτους με μανουάλια, με πολύτιμα καντήλια και αφιερώματα. Πάνω απ’ όλα θέλει τους Ναούς γεμάτους με παιδιά και νέους. Το παιδί που δε θέλει να συχνάζει στο σπίτι του Θεού, οπωσδήποτε κάποια στιγμή θα εγκαταλείψει και το σπίτι των γονιών του και θα ψάξει αλλού να βρει καταφύγιο στις ανησυχίες του.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ας ακολουθήσουμε το πρότυπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, ζητώντας αγάπη στη ζωή μας προς το Θεό και το συνάνθρωπο, ζητώντας παρθενία, δηλαδή αγώνα εναντίον της αμαρτίας και του κακού, ζητώντας υπακοή, δηλαδή τη γνήσια ελευθερία της κοινωνίας με το Θεό και την εφαρμογή των εντολών Του στη ζωή μας. Ας αφήσουμε την υμνολογία της εκκλησίας μας να πλημμυρίσει και τη δική μας ύπαρξη, να συνειδητοποιήσουμε το αγκάλιασμα της ύπαρξής μας από τη χάρη και τη χαρά που δίνει ο Θεός. «Απορεί πάσα γλώσσα ευφημείν προς αξίαν. ιλιγγιά δε νους και υπερκόσμιος υμνείν σε, Θεοτόκε. όμως αγαθή υπάρχουσα, την πίστην δέχου. και γαρ τον πόθον οίδας τον ένθεον ημών. συ γαρ Χριστιανών ει προστάτις, σε μεγαλύνομεν».

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.