8/9 Στην υπερένδοξη της Υπεραγίας Δεσποίνης μας Θεοτόκου Γέννηση

[...]. Γιατί, όπως ακριβώς αυτά τα ίδια τα σώματα με την ύπαρξή τους εμφανίζουν και διασφαλίζουν μέσα στη σκιά την περιγραφή και το σχήμα των σωμάτων τα οποία περιγράφονται, κατά τον ίδιο τρόπο το γεγονός ότι η Παρθένος αποχωρίσθηκε από όλα τα ανθρώπινα πράγματα και αφού προήλθε από τη γη δεν είχε στη συνέχεια τίποτε να πάρει από αυτήν, αλλά κράτησε απρόσβλητη τη βούλησή της από κάθε κακία, συμβολιζόταν σαν με κάποιο ασαφές και αμυδρό σύμβολο από τα Άγια των Αγίων.


Κι αυτό είναι φυσικό επακόλουθο και συμβαδίζει και με τη λογική των πραγμάτων και με τη φυσική τάξη.

Γιατί ήταν ανάγκη κάποιος άνθρωπος να αποδειχθεί ανώτερος από κάθε αμαρτία χρησιμοποιώντας την προθυμία του λογισμού και τη δύναμη του ίδιου του εαυτού του, χωρίς να έχει λάβει το δώρο να είναι μητέρα του αναμάρτητου, πριν δηλαδή ακόμη αποκτήσει συγγένεια με Εκείνον. Κι αυτό για πολλούς λόγους.

Πρώτα-πρώτα επειδή ήταν ανάγκη η ανθρώπινη φύση να φανερωθεί τέτοια που πλάσθηκε, για να προξενήσει στον τεχνίτη την τιμή και την δόξα που του έπρεπε. Γιατί βέβαια ούτε στο γενάρχη ούτε στους απογόνους του ήταν δυνατόν να βρει κανείς ακέραιο τον άνθρωπο, αφού όλοι ήταν διεφθαρμένοι από την αμαρτία. Ο δεύτερος πάλι Αδάμ, με το να είναι και Θεός κατά φύση, δεν παρουσίασε τη δεύτερη φύση του, τη δική μας έτσι, ώστε να είναι μόνη της ορατή. Γιατί δεν είχε προς την αμαρτία τη σχέση που έπρεπε να έχει ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζωή. Δεν διάλεξε, έχοντας ροπή και προς τα δυό, από το κακό το καλό ούτε έτρεξε προς το καλό, ενώ μπορούσε να γίνει κακός, αλλ’ ούτε ήταν βέβαια ποτέ δυνατό Αυτός να αμαρτήσει.

Έπρεπε λοιπόν να φανεί εκείνος που, ενώ μπορούσε να αμαρτήσει, δεν αμάρτησε καθόλου, φανερώνοντας έτσι πως ήθελε ο Θεός να είναι ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζωή. Γιατί διαφορετικά, αν δηλαδή η φύση δεν εύρισκε στο πρόσωπο κανενός ανθρώπου τη μορφή για την οποία ο δημιουργός την είχε πλάσει, θα αποδεικνυόταν μάταιη η επιδεξιότητα του δημιουργού κι αυτό στο καλύτερο από τα έργα του. Έπειτα, πώς είναι λογικό να μην τηρηθεί κάποτε στην πληρότητά του ο νόμος του Θεού, αλλά να υπάρχει περίπτωση να νομοθετεί άσκοπα ο σοφός, χωρίς να πρόκειται να υπάρξει κανένας που θα ακολουθήσει όλους τους νόμους, και να διατάσσει πράγματα, στα οποία κανένας δεν πρόκειται να πειθαρχήσει και να ομιλεί χωρίς να βρίσκει κανέναν που να θέλει να τον ακούσει κι έτσι αυτός, που είναι σε όλα τα σημεία ευτυχής, εδώ να μην είναι;

Εκείνο λοιπόν το οποίο ήταν από κάθε άποψη αναγκαίο να συμβεί, το να υπάρξει δηλαδή ένας κατά πάντα συνεπής εκτελεστής των θείων διαταγμάτων, ένας άνθρωπος καθαρός από κάθε αμαρτία, ποιός άλλος παρά ο άριστος μπορούσε να τον ενσαρκώσει; Και άριστη υπήρξε κατά την κρίση του Θεού η μακαρία Παρθένος, εκείνη την οποία διάλεξε ο ίδιος σαν ναό για τον εαυτό Του, προτιμώντάς την από ολόκληρη την οικουμένη. Αφού λοιπόν ήταν απόλυτη ανάγκη να φανερώσει κάποιος άνθρωπος με σαφήνεια την ανθρώπινη φύση τέτοια που είναι πράγματι και οι άλλοι όλοι υστέρησαν στο να το επιτύχουν, δεν απόμενε παρά να το κατορθώσει η Παρθένος. Όπως λοιπόν είπα πιο πάνω, ο Θεός έβαλε μέσα μας δύναμη να νικάμε την αμαρτία αγρυπνώντας και πολεμώντας, κι Αυτός θα μας κοσμούσε, όταν θα είχαμε νικήσει, και με το να μας καταστήσει εντελώς ακίνητους στο αγαθό. Αυτά και τα δύο τα έφερε στην ανθρώπινη φύση μόνη η Παρθένος. Το πρώτο με εκείνα που κατόρθωσε αυτή η ίδια στον εαυτό της, το δεύτερο με Εκείνον του οποίου υπήρξε μητέρα.

Γιατί διά της Παρθένου απέδειξε ο άνθρωπος ολοφάνερα και πάνω στην πράξη τη δύναμη που υπήρχε μέσα του εναντίον της αμαρτίας. Η Παρθένος παρέμεινε πράγματι από την αρχή ως το τέλος της ζωής της ανέπαφη από κάθε κακία χάρις στην άγρυπνη προσοχή της, στη σταθερή θέλησή της και στη μεγαλειώδη σωφροσύνη της. Ενώ στο Χριστό, που γεννήθηκε από αυτή κατά τρόπο ανέκφραστο έλαβε ο άνθρωπος και το βραβείο.

Ο Χριστός ήταν αναμάρτητος χωρίς να χρειασθεί να αγωνισθεί και να νικήσει, ήρθε στη ζωή στεφανωμένος σαν ηγεμόνας που παρουσιάζεται στους αντιπάλους του στολισμένος, πριν ακόμη αρχίσει η μάχη, με τα τρόπαια της νίκης, δεν κράτησε ανέπαφη από κάθε κακό τη θέλησή του αγρυπνώντας, σαν να υπήρχε και περίπτωση να δεχθεί την αμαρτία, αλλά η θέλησή του ήταν από την αρχή εντελώς αμόλυντη και ανεπίδεκτη κάθε κακίας, όπως έλαβε από τον τάφο ζωντανό το σώμα του πέρα από κάθε φθορά. Έτσι, με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το γένος μας, συμβάδιζε και η ποιότητα των δώρων που μας έδινε ο Θεός. Η μία γέννησε την άλλη, το να γίνει δηλαδή ο άνθρωπος αναμάρτητος με τους αγώνες του έφερε το δώρο του να έχει εντελώς ακίνητο μέσα του το αγαθό.

Έτσι την πρώτη καθαρότητα έδωσε στη φύση με την πρόοδό της η μητέρα. Και ο Υιός έδωσε τη δεύτερη και καλύτερη. Κι αυτό αρμόζει βέβαια να συμβεί σε μία μακάρια μητέρα, το να ευοδωθεί δηλαδή καθετί που αφορά τον υιό της, να νικηθεί η ίδια από την αρετή του παιδιού της και να κατορθώσει δι’ αυτού μεγαλύτερα κατορθώματα και να δοξασθεί περισσότερο χάρις σ’ αυτόν παρά χάρις στον εαυτό της. Φανέρωσε έτσι σ’ αυτόν τον κόσμο, σαν στον παράδεισο, καθαρό κι ολόκληρο τον άνθρωπο, τέτοιον που πλάσθηκε στην αρχή και τέτοιον που έπρεπε να μείνει και τέτοιον που θα ήταν στη συνέχεια, αν αγωνιζόταν για την ευγένειά του.

Γιατί, αφού έπρεπε η ανθρώπινη φύση να συναντηθεί με τη θεία και να ενωθεί μαζί της τόσο στενά, ώστε να υπάρχει και στις δύο η ίδια υπόσταση, ήταν προηγουμένως ανάγκη να φανερωθεί η κάθε μία αμιγής. Και ο Θεός βέβαια φανερώθηκε όπως ήταν δυνατόν σ’ αυτόν να φανερωθεί, ενώ τον άνθρωπο τον φανέρωσε μόνη η Παρθένος.

Κι έτσι ο Ιησούς, που ήταν Θεός και έγινε και άνθρωπος, παρουσιάσθηκε αφού προηγουμένως φανερώθηκε χωριστά η κάθε μία από τις δύο του φύσεις. Όπως ακριβώς, αφού πρώτα έπλασε ο Θεός το νοητό κόσμο, στη συνέχεια δημιούργησε τον αισθητό και σε τρίτη φάση έκτισε αυτόν που αποτελείται και από τα δυό, τον άνθρωπο, έτσι ο μεν Θεός υπήρχε από την αρχή, ο δε άνθρωπος εμφανίσθηκε μόλις στο τέλος των αιώνων, στις έσχατες δε αυτές ημέρες παρουσιάσθηκε ο Θεάνθρωπος. Και μου φαίνεται ότι, αν ο Θεός στο τέλος μόλις των αιώνων ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση κι όχι από παλαιότερα, συνέβη αυτό, γιατί δεν είχε ως τότε ακόμη υπάρξει η ανθρώπινη φύση κατά τρόπο αληθινό, αλλά για πρώτη φορά την εποχή αυτή εμφανί­σθηκε.

Έτσι η Πανάμωμη δεν δημιούργησε τον άνθρωπο, αλλά τον βρήκε συντετριμμένο· ούτε πάλι μας έδωσε τη φύση, αλλά τη συντήρησε· ούτε μάς έπλασε αυτή, αλλά πρόσφερε εκείνα με τα οποία αναπλασθήκαμε. Έγινε έτσι βοηθός του πλάστη, το άγαλμα συνεργάσθηκε με τον τεχνίτη. Αυτή ξανάδωσε στο άγαλμα ό,τι είχε προηγουμένως κι εκείνος πρόσθεσε αυτό που δεν είχε. Και δεν θα πρόσθετε βέβαια εκείνος αυτό που έλειπε, αν δεν εύρισκε αυτό που υπήρχε, πάνω στο οποίο έπρεπε να προσθέσει το δεύτερο.

Στον Αδάμ από όλα τα άλλα ζώα του Παραδείσου μόνη βοηθός ήταν η Εύα. Και το Θεό, για να φανερώσει τη χρηστότητά Του, μόνη από όλα τα όντα τον βοήθησε η Παρθένος. Γιατί τίποτε άλλο δεν μετείχε στη φύση του Αδάμ εκτός από την Εύα, και τίποτε επομένως δεν μπορούσε να λάβει μέρος στις πράξεις του. Αλλά και καμμιά από τις υπόλοιπες υπάρξεις δεν συμμετείχε τόσο στη χρηστότητα του Θεού, όσο η Παρθένος, ώστε κανείς άλλος να μη μπορεί να τον βοηθήσει. Γιατί βέβαια και ο καλύτερος τεχνίτης φθάνει στο σκοπό του και γίνεται φανερός ότι είναι άριστος, αν βρει το κατάλληλο όργανο που τον εξυπηρετεί στην πραγματοποίηση της τέχνης του.

Ο Θεός όμως δεν βρήκε απλώς ένα όργανο, που ταίριαζε κατά πάντα στο σκοπό του, αλλά ένα ικανότατο συνεργάτη, τη μακαρία Παρθένο, κι έτσι φανέρωσε τον εαυτό του. Και όλο τον άλλο καιρό παρέμενε, για να το πούμε έτσι, κατά το μεγαλύτερο μέρος αθέατος, αφού δεν υπήρχε κανείς για να τον φανερώσει. Μόλις όμως υπήρξε η Παρθένος, έγινε και αυτός εντελώς φανερός. Γιατί, όπως ακριβώς από όλα τα σώματα μόνον διά μέσου του αέρος βλέπουμε καθαρά τον ήλιο —επειδή ο αέρας δεν βάζει μαζί με το φώς τίποτε το δικό του μπροστά στα μάτια μας— κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνη τίποτε άλλο δεν είχε εκτός από καθαρότητα και από ό,τι ήταν κατ’ εξοχήν συγγενικό προς το πρώτο φως.

Γι’ αυτό πανηγυρίζοντας με ευφροσύνη απέραντη φθάνουμε λαμπροί και με τρόπο λαμπρό σ’ αυτή την ημέρα, κατά την οποία όλα αυτά έλαβαν την αρχή τους. Στην ημέρα που γεννήθηκε όχι απλώς η Παρθένος, αλλά μάλλον η οικουμένη ολόκληρη, που πρώτη και μόνη είδε τον αληθινό άνθρωπο, από τον οποίο πήγασε για όλους η δυνατότης να γίνουν επίσης αληθινοί άνθρωποι.

Σήμερα η γη έδωσε καθαρά τον καρπό της, ενώ όλο τον άλλο καιρό έδινε καρπούς γεμάτους από αγκάθια και τριβόλια, από τη συγκομιδή αυτή που προερχόταν από την αμαρτία.

Σήμερα ο ουρανός κατάλαβε πως δεν οικοδομήθηκε άσκοπα, αφού αυτός για τον οποίον δημιουργήθηκε φανερώθηκε, αφού ο ήλιος είδε εκείνο, που, για να το βλέπει, έλαβε το φως.

Σήμερα ολόκληρη η κτίση ένοιωσε τον εαυτό της καλύτερο και λαμπρότερο, αφού έλαμψε το κοινό στολίδι του σύμπαντος.

Σήμερα «όλοι οι Άγγελοι του Θεού έψαλαν με φωνή κραταιή ύμνους και εγκώμια στον Κύριο τους», τόσο περισσότερο από τότε που στόλιζε τον ουρανό με το στεφάνι των αστέρων, όσο Αυτή που ανατέλλει σήμερα είναι υψηλότερη και λαμπρότερη από κάθε αστέρι και για ολόκληρο τον κόσμο ωφελιμότερη.

Σήμερα η τυφλωμένη φύση των ανθρώπων έλαβε διεισδυτικό οφθαλμό, την Παρθένο, διά του οποίου έφθα­σε να δει τα μεγαλεία αυτής εδώ της ημέρας. Γιατί, όπως αργότερα τον εκ γενετής τυφλό, έτσι όταν συνάντησε ο Θεός την ανθρώπινη φύση να περιπλανιέται σκοντάφτοντας την ελέησε και της έδωσε τον αξιοθαύμαστο αυτό οφθαλμό. Και είδε ο άνθρωπος αυτά που «διά μέσου πολλών προφητών και βασιλέων επεθύμησε να ιδή από μακριά, αλλά δεν μπό­ρεσε». Γιατί, όπως μέσα σ’ ένα σώμα υπάρχουν πολλά μέρη και μέλη, κανένα όμως έκτος από το μάτι δεν έχει δημιουργηθεί για να βλέπει τον ήλιο, έτσι από όλους τους ανθρώπους που υπήρξαν ποτέ μόνο στην Παρθένο δόθηκε απόλυτα το αληθινό Φως και διά μέσου αυτής δόθηκε σε όλους.

Μια ακατάπαυστη λοιπόν υμνωδία προσφέρεται σ’ Αυτή και από τις δύο κτίσεις. Με μία φωνή όλες οι γλώσσες ψάλλουν τα δικά της μεγαλεία κι είναι ασίγητοι υμνωδοί της Μητέρας του Θεού όλοι οι άνθρωποι κι όλοι οι χοροί των Αγγέλων. Καταθέτουμε λοιπόν και εμείς, ψάλλοντας, στην κοινή εισφορά αυτά που μπορέσαμε: λιγότερα δυστυχώς και από αυτά που οφείλαμε και έπρεπε να είμαστε πρόθυμοι να προσφέρουμε, αλλά και από αυτά που προθυμοποιηθήκαμε. Τόσα πολλά είναι αυτά που οφείλουμε.

Αλλά σ’ Εσένα και στη δική σου φιλανθρωπία ανήκει, Πολυύμνητη, να μη σταθμίσεις τη χάρη που θα μας δώσεις σε τίποτε δικό μας, αλλά στη δική σου μεγαλοπρέπεια. Κι όπως Εσύ, αφού εξαιρέθηκες από το κοινό γένος κι έγινες δώρο στο Θεό, εκόσμησες έπειτα όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, έτσι και σ’ εμάς, αντί γι’ αυτούς εδώ τους λόγους που σου προσφέρουμε, άγιασε το θησαυροφυλάκιο των λόγων, την καρδιά μας, κι ανάδειξε τη χώρα της ψυχής άγονη για κάθε κακό με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, στον οποίον αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχό Του Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Νικολάου Καβάσιλα, «Η Θεομήτωρ», εκδ. Ιερόν Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, σ. 99-115- απόσπασμα)
Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.