Λίγα λόγια για τις άγιες εικόνες…..


        Οι  εκκλησίες μας κοσμούνται με πλήθος από παλαιές  και θαυματουργές πολλές φορές εικόνες φιλοτεχνημένες οι περισσότερες από την εποχή του Ιουστινιανού και μετά. Αποτελούν πρότυπα παγκοσμίως  μιας και είναι εξαιρετικά δείγματα των πρώτων και μεγάλων  διδασκάλων. Εκφράζουν απόλυτα την ορθόδοξη πίστη,  εμπνέουν και καθοδηγούν τους νεώτερους αγιογράφους μέχρι σήμερα.

     Ας προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε  την βυζαντινή τεχνική εικονογράφησης που ξεκίνησε να εκφράζεται με σύμβολα στις κατακόμβες, συνέχισε ως ιστορική και εξελίχθηκε ως αφηγηματική ιδιαίτερα κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων και μετά. Το πέρασμα των αιώνων τη βοήθησε να εξελιχθεί και να ωριμάσει διαπιστώνοντας κανείς την κοπιαστική και αγωνιώδη προσπάθεια των καλλιτεχνών  που την υπηρέτησαν.

  Οι εικόνες   μας αποκαλύπτουν  τον εσχατολογικό χαρακτήρα της εκκλησίας  μας καθώς οι άγιοι ιστορούνται όχι όπως ήσαν, φωτογραφικά, αλλά όπως θα είναι στην αιωνιότητα.

Τα εικονιζόμενα  πρόσωπα παρουσιάζονται σε στάση μετωπική  ή σε στροφή των ¾, ώστε να απευθύνονται στον θεατή και να δημιουργούν σχέση κοινωνίας και αγάπης. Εμφανίζονται σε πλάγια στάση μόνο σε παραστάσεις  και όταν είναι απασχολημένοι με κάτι ιδιαίτερα σοβαρό.

     Οι μορφές  δείχνουν εξαϋλωμένες, αφύσικες,  γιατί απλά ανήκουν στον ουράνιο χώρο και όχι εδώ, στον κοσμικό και εφήμερο ζώντας σαρκικό βίo. Με λίγη παρατηρητικότητα διαπιστώνουμε ότι δεν τονίζονται σωματικά προτερήματα ή ατέλειες  καθώς και χαρακτηριστικά που αποδίδουν το σαρκικό φρόνημα, όπως για παράδειγμα το ύψος των ανθρώπων.  Αποδίδονται μόνο στην ηλικία στην οποία κοιμήθηκαν, εκτός αν έχουμε σκηνές  από την ζωή τους σε μικρότερη ηλικία.

     Τα πρόσωπα παρουσιάζονται ήρεμα, με σεβάσμια όψη, χωρίς ίχνη εμπάθειας και συναισθημάτων ακόμη και όταν πρόκειται για   ληστές ή  βασανιστές. Η όψη τους είναι  αμαυρωμένη  από τις πράξεις τους, δεν παύουν όμως να είναι εικόνα του θεού. Δεν βλέπουμε σκηνές πένθους ούτε ακόμα και στην εικόνα της Σταύρωσης. Τα πάντα αντιμετωπίζονται με ιλαρότητα και με την ελπίδα της Αναστάσεως.

     Τα ενδύματα τους συνήθως είναι  αρχαιοελληνικά. Εσωτερικά φορούν το  ιμάτιο και εξωτερικά τον μανδύα. Στις γυναικείες μορφές  διακρίνουμε  και το κεφαλομάντηλο ή αλλιώς κεκρύφαλο που συγκρατεί τα μαλλιά.  Κατά περίπτωση το είδος της φορεσιάς φανερώνει τον τόπο που έζησαν, το κοσμικό αξίωμα, την   ιδιότητα ή και το επάγγελμα που είχαν. Το σχέδιο εμπλουτίζεται με συμβολικά αντικείμενα  η ειλητάρια που κρατούν. Η ανασηκωμένη παλάμη δηλώνει άρνηση της ειδωλολατρίας ή  δέηση, ενώ τα καλυμμένα με μανδύα χέρια τονίζουν την ιερότητα του προσώπου ή του αντικειμένου που προσεγγίζεται, όπως ο άγιος Συμεών  στην Υπαπαντή ή οι Ιεράρχες όταν κρατούν Ευαγγέλιο.

 

Οι λιτές πτυχές των ενδυμάτων, αλλά και κάθε ανατομικό χαρακτηριστικό σχηματοποιείται δημιουργώντας ένα ρυθμό .Αυτό αφορά τόσο το σχέδιο όσο  και τον φωτισμό. Ακόμη και  η γυμνή σάρκα παριστάνεται σαν να είναι σκαλισμένη σε ξύλο,  καθόλου  φυσική! Η σχηματοποίηση και η λιτότητα καθορίζουν  την  αυστηρότητα του ύφους   του έργου. Οι εικόνες των αγίων μας υπενθυμίζουν ότι: « το φθαρτόν ενδύσασθαι  αφθαρσίαν και το θνητόν ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α’.Κορ. 15,53)

     Το φωτοστέφανο των αγίων δηλώνει το άκτιστο φως που ομολογούμε στο σύμβολο της πίστεως.  Έχει καταγωγή ειδωλολατρική. Στην αρχή  χρησιμοποιήθηκε   στην Αίγυπτο ως σύμβολο του Ήλιου,  το συναντάμε όμως στον Βουδισμό καθώς και  στη Ρώμη. Στη Δύση χρησιμεύει ως σημάδι αγιότητας   καθώς οι μορφές εικονίζονται με  ιδιαίτερο κοσμικό χαρακτήρα. Για την ορθοδοξία   καθιερώθηκε  ως σύμβολο της μεθέξεως του εικονιζόμενου προσώπου με τον Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσας μας λέει: « δια τούτο τω φωτί , προσεγγίσασα η ψυχή φως γίνεται.»

     Το φωτοστέφανο τοποθετείται μόνο στο κεφάλι ,καθώς είναι το κέντρο της σκέψης,  της διάνοιας και του πνεύματος. Διαγράφεται ως στρογγυλός δίσκος  και απέχει εξίσου από την περίμετρο του κεφαλιού. Σπανίως εμφανίζεται τριγωνικό ή τετράγωνο ,  όπως στην παράσταση της Αγίας Τριάδος. Το χρώμα του είναι χρυσό ή κίτρινο ,το συναντάμε όμως και ερυθρόν, κυανούν  και πράσινο.   Τεχνικά μπορεί να διακοσμηθεί με διάφορους τρόπους, όπως έχουμε το τσουκάνικο στις στιλβωμένες εικόνες. Ιδιαιτερότητα έχει το φωτοστέφανο το Χριστού το οποίο παρουσιάζεται ένσταυρο με τρεις ακτίνες, έχοντας τα γράμματα Α-Ω   ή Ο  ΩΝ.

    Το μέγεθος των προσώπων ή των πραγμάτων καθορίζεται όχι από το πόσο κοντά ή μακριά είναι από τον θεατή, αλλά από την σπουδαιότητα που έχουν. Όλο το περιβάλλον λούζεται από το άκτιστο φώς, όλα είναι φανερά, δεν κρύβεται τίποτα! Παρίστανται δε σαν να τα βλέπουμε ταυτόχρονα από πολλές οπτικές γωνίες!  Βουνά, κτίρια, φυτά ζωγραφίζονται με σαφήνεια και αρμονία .Όλα παρατίθενται χωρίς να ακολουθούν τους φυσικούς νόμους, όπως για παράδειγμα  βλέπουμε τα ψάρια μέσα στη θάλασσα ή τα φύλλα των δέντρων ότι δεν είναι ποτέ πεσμένα στο έδαφος! Δεν έχουμε τρεις διαστάσεις, μόνο δύο, ύψος και πλάτος. Το βάθος είναι ο ίδιος ο πιστός μπροστά στην εικόνα καθώς προσεύχεται…

   Έχουμε κατάργηση του χρόνου, αλλά και του χώρου.  Γεγονότα που παίρνουν μέρος μέσα στο κτίριο παρουσιάζονται λες και είναι έξω από αυτό! Καταργείται και η σύγχρονη άποψη ότι η ασχήμια ταυτίζεται με το κακό και η ομορφιά με το καλό… (δυτική τεχνοτροπία).

    Ο εικονογράφος πρέπει να δίνει προσοχή στο κεντρικό θέμα της εικόνας ώστε να δίνεται το σωστό μήνυμα πως όλα αλλάζουν, ανακαινίζονται, συνυπάρχουν  και  περιβάλλονται με δόξα και φως. Το αυγό και οι σκόνες μας δίνουν μια ανθεκτική τέμπερα στο χρόνο και  πλήθος αποχρώσεων.  Ξεκινώντας με σκούρους προπλασμούς οριοθετούμε περιοχές που  τις γεμίζουμε με χρώμα.  Επαναλαμβάνουμε την ίδια διαδικασία 2-3 φορές  οριοθετώντας ξανά τη σχηματοποίηση με ανοιχτότερες αποχρώσεις. Κατ’ αυτό τον τρόπο χτίζουμε τις μορφές. Θα μπορούσε να πει κανείς απλά ότι πλάθουμε με το φως, αντίθετα στη δυτική ζωγραφική πλάθουμε με τη σκιά!

   Κατά την θλιβερή περίοδο της εικονομαχίας, οι αντιρρησίες  υποστήριζαν πως οι ορθόδοξοι ζωγράφιζαν ο καθένας με μικρές παραλλαγές το ίδιο πρόσωπο .Ο  άγιος  Θεόδωρος ο Στουδαϊτης  υποστήριζε πως, αν και υπάρχει ποικιλομορφία,   δεν τίθεται  θέμα  καθώς  η ομωνυμία εξασφαλίζει την αναφορά στο ίδιο ιστορικό πρόσωπο. Αντικρίζοντας  την εικόνα Της Παναγίας,  Του Χριστού,  των Αγίων  διακρίνουμε μεν τις μορφές τους, που είναι πηγές της θείας Χάριτος,  όμως διαβάζουμε και το όνομά που είναι η ταυτότητά τους εχθές, σήμερον και εις τους αιώνας.

 Ο  αγιογράφος ολοκληρώνει το έργο του γράφοντας την επιγραφή της εικόνας  αριστερά την λέξη Άγιος και δεξιά το όνομα. Οι συμπληρωματικοί  τίτλοι  γράφονται  με μικρότερα γράμματα για αρμονική ισορροπία.  Τα κεφαλαία  και μικρά  γράμματα  που χρησιμοποιεί έχουν πρότυπο την αρχαία μεγαλογράμματη ελληνική γραφή.  Διαμορφώθηκαν στην Βυζαντινή περίοδο και προσφέρονται σε  εντυπωσιακή ποικιλία και ξεχωριστή φυσιογνωμία.

      Ο  στόχος  και ο ρόλος της βυζαντινής ζωγραφικής είναι η επίτευξη της αναγωγής, το ανέβασμα από τα εφήμερα στα αιώνια.  Σύμφωνα με τον Άγιο Δωρόθεο η εικόνα είναι απελευθερωμένη από κάθε ηδυπάθεια μιας και έχει σκοπό να μας κάνει να νηστέψουμε  με τα μάτια. Δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο να γνωρίσει τον Θεό. Ο π. Βασίλειος ο Ιβηρίτης υποστηρίζει ότι, αν κάθε εικόνα  έκλεινε στο σχέδιο, στο χρώμα, στο σχήμα, στην αισθητική,  θα ήταν είδωλο του κτιστού κόσμου και δεν χρειαζόταν να χυθεί τόσο αίμα για την αναστύλωση τους.

 

 

Διονυσία Κρεζία αγιογράφος

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.