Απεικονήσεις της Παναγίας στη Βυζαντινή αγιογραφία



   Η Βυζαντινή αγιογραφία είναι  μια καθαρά θρησκευτική τέχνη,  καθώς μέσα από την εικονογράφηση μεταδίδεται η θεία χάρη  αγιάζοντας τον άνθρωπο, αφού  έρχεται σε άμεση σχέση με την υπόσταση του εικονιζόμενου.
     Μέσα στους ορθόδοξους ναούς αγιογραφίες τοποθετημένες με τάξη αγγίζουν με παιδαγωγικό τρόπο τις ψυχές των ανθρώπων δοξάζοντας τον Τριαδικό Θεό και τιμώντας την Παναγία και  τους  αγίους.  Κάποιοι  θεωρούν σήμερα τη ζωγραφική αυτή στείρα και νεκρή, διότι με την  πρώτη ματιά  σε κάθε  θέμα  βλέπει κανείς  πανομοιότυπα σχήματα και μορφές. Όμως η κάθε εικόνα έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ο αγιογράφος  ακολουθεί  την παράδοση με μεράκι και αποτυπώνει την υπερ-βατική πραγματικότητα,  με σκοπό  να αφυπνίσει το ανθρώπινο συναίσθημα και να προκαλέσει την προσευχή. Εξάλλου η προσευχή και η νηστεία θεωρούνται τα ασφαλέστερα σύνεργα κάθε σωστού αγιογράφου.  Κάθε έργο είναι μοναδικό  και ανεπανάληπτο χωρίς να αλλοιώνονται  τα καθιερωμένα  χαρακτηριστικά του εκάστοτε εικονιζόμενου. Ο  αγιογράφος ομολογεί το δια χειρός, μιας και δεν είναι ο ίδιος δημιουργός της εικόνας, της οποίας η κατασκευή  απαιτεί μεν τεχνικές γνώσεις, αλλά είναι  και αποτέλεσμα  προσωπικής κάθαρσης και φωτισμού. Η ενασχόληση με τη βυζαντινή ζωγραφική  ανοίγει νέους πνευματικούς ορίζοντες, αποκαλύπτοντας  έναν νέο κόσμο που οδηγεί στη σωτηρία όλων.

Η μορφή της Παναγίας

       Παναγία. Η Πανάχραντος και Υπερευλογημένη μητέρα όλων μας είναι το πιο αγαπημένο και τιμημένο πρόσωπο της ορθόδοξης θρησκείας μας μετά τα πρόσωπα της  Αγίας Τριάδας. Σύμφωνα με  την παράδοση ο Ευαγγελιστής  Λουκάς, αν και γιατρός,  (φρόντιζε και  την ίδια) ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε και αποτύπωσε  το γεμάτο ευγένεια και αρχοντιά πρόσωπό Της. 'Οταν αντίκρυσε η Παναγία το έργο του  απάντησε ευλογώντάς τον: «η χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη, δι’ εμού, μετ’ αυτών». Με αυτόν τον τρόπο  καθιερώθηκαν πρότυπα  για όλες τις επόμενες εικόνες της που μέσα στο πέρασμα του χρόνου φανερώνουν αναλλοίωτη την Κεχαριτωμένη μορφή Της.
       Σύμφωνα με τον Διονύσιο εκ Φουρνά, τα χαρακτηριστικά Της  φανερώνουν εξαιρετική  και διαχρονική ομορφιά  μιας και είναι καθαρά   πνευματική.  Το χρώμα του προσώπου Της είναι σταρένιο και φωτίζεται από μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια που έχουν οξύ βλέμμα και είναι στεφανωμένα με μακρυά μαύρα φρύδια. Η μύτη Της λεπτή και  ίσια δηλώνει την ευθύτητα του χαρακτήρα Της, ενώ το μικρό στόμα Της,   καθώς και ο  κεκρύφαλος που κρύβει τα ξανθά Της μαλλιά, αφήνοντας ακάλυπτους μόνο τους  λοβούς των αυτιών δείχνουν εγκράτεια και σοβαρότητα. Ο λαιμός  Της  είναι μακρύς, καθώς και τα λεπτοκαμωμένα θεοδόχα χέρια και δάχτυλά  Της, το δε ανάστημα Της μέτριο. Τα ρούχα Της τα είχε υφάνει η ίδια και ήταν βαμμένα  με φυσικό τρόπο. Τα παπούτσια Της έχουν ζωηρό χρώμα κόκκινο. Το εσωτερικό ιμάτιο ζωγραφίζεται συνήθως σε αποχρώσεις πράσινου-μπλε και συμβολίζει την ανθρώπινη φύση, ενώ ο εξωτερικός μανδύας σε χρώμα βαθύ κόκκινο (πορφυρούν) και συμβολίζει τη θεϊκή ιδιότητα, στολίζεται δε με χρυσά σειρήτια και κρόσσια στα μανίκια. Στις πολύ παλαιότερες εικόνες τα κρόσσια σχημάτιζαν γράμματα  και διαβαζόταν η φράση: «εν κροσσωτοίς  χρυσοίς  περιβεβλημένη,  πεποικιλμένη» (ψαλ.44',14). Τα κρόσσια συμβολίζουν τις αμέτρητες αρετές που απέκτησε με την χάρη  του Αγίου Πνεύματος  μετά την συγκατάθεση Της να κυοφορήσει τον Σωτήρα. Επίσης  υπάρχουν και τρεις χρυσοί αστερίσκοι  στο μέτωπο και από ένας στον κάθε ώμο, τα  παρθενόσημα  που παραπέμπουν  στο αιεπάρθενο της Παναγίας μας, καθώς υπήρξε παρθένος πριν την σύλληψη του Υιού Της, κατά τη διάρκεια του τοκετού και μετά από αυτόν.
     Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι οι αγιογράφοι από την πολύ  τους αγάπη κοσμούν με συμβολισμούς των δογματικών διδασκαλιών  τις εικόνες της Παναγίας μας χωρίς όμως να αλλοιώνουν την ιεροπρεπή Μορφή Της. Συγκεκριμένα, στην επιλογή των χρωμάτων διαπιστώνουμε ότι εκφράζεται  η φορά της πνευματικής πορείας της Παναγίας μας, αφού μία άσημη και ταπεινή γυναίκα με τη δύναμη της θείας χάρης υψώθηκε  ως  η  τιμιωτέρα   των  Χερουβείμ και  ενδοξοτέρα των Σεραφείμ.
     Το ήθος  του χαρακτήρα Της δείχνει  άνθρωπο με περίσσια σεμνότητα, ολιγομίλητο, ταπεινό, ασχημάτιστο(απροσποίητο), αβλάκευτο, αγέλαστο, αλλά ομιλητικό και τιμητικό προς κάθε άνθρωπο, ατάραχο, χωρίς ίχνος οργής, ευγενικό, γεμάτο σύνεση και καλωσύνη.
      Ο   Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, επεδίωξε να Την γνωρίσει  από κοντά, όταν έμαθε πως ήταν εν ζωή. Αντικρύζοντας  λοιπόν την θεία της Μορφή, αλλά και τους αγγέλους που Την περιστοίχιζαν ως βασίλισσα, αφού  άκουσε  τον θείο λόγο Της,  ομολόγησε ότι όλη Της η παρουσία  φανέρωνε ότι ήταν  Μητέρα Θεού.

Εικονογραφικοί τύποι της Παναγίας

     Σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου ο πρώτος εικονογραφικός τύπος που καθιερώθηκε με ολοκληρωμένη την παρουσία της Παρθένου είναι η  Πλατυτέρα  των  Ουρανών και προέρχεται από την εικονογράφηση της  Αναλήψεως  που προαναγγέλει την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ζωγραφίζεται δε στην κόγχη του Ιερού Βήματος της εκκλησίας.
  Απεικονίζεται κατά μέτωπο, ολόσωμη ή καθισμένη σε θρόνο ή  μέχρι το στήθος με τα χέρια απλωμένα σε στάση δέησης έχοντας μπροστά της τον Χριστό, ο οποίος μερικές φορές ζωγραφίζεται σ' έναν κύκλο, το λεγόμενον στηθάριον. Τότε η Παναγία ονομάζεται    Βλαχερνιώτισσα.
     Ο Χριστός ευλογεί με την δεξιά και με την αριστερά κρατεί ειλητάριον. Ο μανδύας του στολίζεται με χρυσοκονδυλιά. Η μητέρα Του σε παραλλαγή είτε ακουμπά τον ώμο του ή κρατά ένα μαντήλι, σημείον σεμνότητος και καθαρότητος. Πατά δε πάνω σε υποπόδιο. Το σχέδιο της Πλατυτέρας χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή διότι παραμορφώνεται από το βαθούλωμα της κόγχης. Στην αρχή  η Παναγία εικονιζόταν μόνη της, αργότερα προστέθηκε ο Χριστός που απολαμβάνει τον έμψυχο θρόνο κατά τον τρόπο που φωνάζουμε στον κανόνα του Ακαθίστου «Xαίρε θρόνε πύρινε του Παντοκράτορος».
     Αριστερά και δεξιά στέκονται οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, άλλοτε με αρχαίους μανδύες και άλλοτε φορώντας στιχάρια ως διάκονοι σε στάση παρακλητική, δείχνοντας ευλάβεια και σεβασμό και κρατούν  ειλητάρια. Όταν όμως ο χώρος είναι περιορισμένος,  παραλείπονται.
     Kατά  την παράδοση ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε την Παναγία με  τον τύπο της Οδηγήτριας, μια εικόνα που βάζουμε  πάντα στο τέμπλο του ναού, γι' αυτό ψάλλουμε στη μικρή  παράκληση: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων την εικόνα Σου την σεπτήν, την ιστορηθείσαν υπό του Αποστόλου Λουκά ιερωτάτου, την Οδηγήτριαν».
Ο χαρακτήρας της Θεοτόκου είναι αυστηρός, σοβαρός με απουσία έντονου συναισθήματος και μας καθοδηγεί προς τον  Λυτρωτή Χριστό. Είναι  ελαφρά γυρισμένη προς τα αριστερά με το κεφάλι όρθιο και φαίνεται πως στέκεται πίσω από τον Υιόν Της, ο οποίος ζωγραφίζεται ως παιδί τριών ετών, αλλά με έκφραση ωρίμου ανδρός κατά τον λόγον του Αποστόλου Παύλου όπου λέγει: «εις  άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».
Με αυτόν τον τύπο  έχουμε πολλές θαυματουργές εικόνες όπως η Ιεροσολυμίτισσα, η Σουμελά, η Προυσιώτισσα και άλλες πολλές. 
    Χαρακτηριστικός τύπος είναι και αυτός  της Γλυκοφιλούσας. Η  Θεοτόκος παριστάνεται βαστάζοντας  με στοργή τον Χριστό  ως νήπιο, ο οποίος Την αγκαλιάζει με το δεξί του χέρι ή Την χαϊδεύει τρυφερά στο μάγουλο. Η Παναγία γέρνει το κεφάλι προς τον Υιόν Της χαμογελώντας με ευπρέπεια. Βλέπουμε λοιπόν έντονο το συναίσθημα της μητρότητας που μας συγκινεί, αλλά και την αγάπη του Παιδιού προς την Μάνα.
  Συνήθως η μια πατούσα του Παιδιού παρουσιάζεται γυμνή  και επιδεικτικά στραμμένη προς το μέρος μας με λυμένο το σανδάλι, το οποίο λέγεται πως συμβολίζει τους δερμάτινους χιτώνες που μας δένουν με το προπατορικό αμάρτημα, το οποίο κληρονομήσαμε όλοι οι άνθρωποι εκτός του Θεανθρώπου. Η κίνηση αυτή λοιπόν προοικονίζει την Σταύρωση και Ανάσταση Του. Αρκεί να θυμηθούμε τα λόγια του  Θεού «...αυτός σου τηρήσειν κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν». Το διπλό χτύπημα για τον διάβολο είναι η καταστροφή του, ενώ για τον Χριστό η Σταύρωση είναι όσο ένα μικρό άγγιγμα στην φτέρνα. Ας μην ξεχνούμε ακόμα ότι η Παναγία πληροφορήθηκε το τι θα συμβεί στον Υιό της  την ημέρα της Υπαπαντής από την προφητεία του Συμεών «...και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαίαν». Δικαιολογημένα λοιπόν οι αγιογράφοι επιδιώκουν να διακρίνεται στο ευλογημένο πρόσωπο της Παναγίας η χαρμολύπη.
   ΄Αλλος ξεχωριστός τύπος είναι ο τύπος της Δεομένης. Η Θεοτόκος είναι στραμμένη προς τον Χριστό σε στάση δέησης και τα χέρια σε στάση παράκλησης. Πολλές φορές κρατά  ανοικτό ειλητάριον. ΄Οταν ζωγραφίζεται σε φορητή εικόνα λέγεται  Δέησις ή   Τρίμορφον. Εδώ έχουμε τον Χριστό  στο κέντρο όρθιο ή καθισμένο σε θρόνο, δεξιά την Παναγία και αριστερά τον Πρόδρομον σε στάση δέησης και στραμμένους προς τον Χριστόν.
    Πρωτότυπος  τύπος  της  Παναγίας είναι  το Ρόδον  το  Αμάραντο, όπου η Θεοτόκος κρατά  τριαντάφυλλο και φορά βασιλικό στέμμα. Ο Χριστός στέκεται όρθιος πάνω στο γόνατο Της, φορώντας αρχιερατική στολή και στέμμα, ο χιτώνας Του είναι ανοιχτόχρωμος και ο μανδύας Του χρυσοκονδυλισμένος. Με το δεξί Του χέρι ευλογεί και στο αριστερό κρατά κλειστό ειλητάριον.

     Μέσα από την εικονογραφική παράδοση διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν αμέτρητες εικόνες της Παναγίας σε παραλλαγές των πρωτοτύπων που αναφέρθηκαν. Κάθε μια ξεχωριστή, πολλές φορές θαυματουργή  και με ιδιαίτερη ονομασία. Η Παναγία είναι όμως μία και μοναδική, ζωντανό παράδειγμα για όλους τους ανθρώπους..
    Μας διδάσκει ταπείνωση, υπακοή, αγάπη και αδιάκοπη προσευχή όχι μόνο για τον εαυτό μας ή τα κοντινά μας πρόσωπα, αλλά για όλα τα πλάσματα του θεού.
   Μακάρι η ευλάβεια και η αγάπη μας για τον Υιό Της να επισκιάζει τον πόνο Της για Εκείνον.

Αναρτήθηκε από :   Διονυσία Κρεζία   αγιογράφος


 Φ.Κόντογλου, «' Εκφρασις της ορθοδόξου εικογραφίας»
 Διονύσιος ο εκ Φουρνά, «Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης»               

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.