Εγώ ειμί η Άμπελος

Η βενετοκρατούμενη Κρήτη και συγκεκριμένα ο Χάνδακας μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως εξελίχτηκε σε σπουδαίο καλλιτεχνικό κέντρο δημιουργίας φορητών εικόνων, εναρμονίζοντας την ώριμη παλαιολόγεια τέχνη με στοιχεία της δυτικής καλλιτεχνικής παράδοσης. Προικισμένοι καλλιτέχνες συγκεντρώθηκαν στο Χάνδακα, πολλοί εξ αυτών Κωνσταντινουπολίτες.
Για την Ορθόδοξη θεολογία, η εικόνα είναι το βιβλίο των αγραμμάτων, λειτουργεί όπως ακριβώς η αγία Γραφή για τους γραμματιζούμενους και έχει ρόλο λατρευτικό, κατηχητικό, προβάλλοντας με την εικαστική της γλώσσα τις δογματικές αλήθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υπό αυτό το πρίσμα η εύπορη αστική τάξη της Κρήτης, αποδίδοντας σπουδαία σημασία στην κατοχή φορητών εικόνων, έδινε μεγάλο αριθμών παραγγελιών στους ζωγράφους, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από την ύπαρξη συμβολαίων παραγγελίας, που διασώζονται έως σήμερα στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας.
Σπουδαίος Κρητικός ζωγράφος του 15ου αιώνα ήταν ο Άγγελος Ακοτάντος, ο οποίος τεχνοτροπικά ακολουθεί την Παλαιολόγεια παράδοση με ελάχιστα στοιχεία από την ιταλική ζωγραφική. Τα έργα του φέρουν την υπογραφή ΧΕΙΡ ΑΓΓΕΛΟΥ. Αντιπροσωπευτικό έργο της περιόδου που φέρει την υπογραφή του Ακοτάντου είναι η Άμπελος, η οποία βρίσκεται στη Μονή Οδηγήτριας στο Καινούριο Κρήτης. Ο Χριστός η Άμπελος, βασίζεται θεματικά στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, «εγώ ειμί η άμπελος», Ιω. ΙΕ΄1.
 
Ο Χριστός εικονίζεται πάνω σε χρυσό βάθος στο κέντρο της σύνθεσης και στο σημείο όπου διασταυρώνονται δύο μεγάλα κλαδιά που φυτρώνουν από κορμό αμπέλου. Πρόκειται για προτομή του Χριστού μπροστά στην οποία βρίσκεται ανοιχτό το ευαγγέλιο στο σχετικό απόσπασμα από το ευαγγέλιο του Ιωάννη. Σε απόλυτη συμμετρία δεξιά και αριστερά του Χριστού και ανάμεσα στους βλαστούς τις αμπέλου προβάλλονται οι προτομές των δώδεκα αποστόλων στοιχειοθετημένες από τα χαρακτηριστικά πλατιά πράσινα φύλλα της αμπέλου.
Γίνεται σαφές από τα προαναφερόμενα πως το θέμα της εικόνα σχετίζεται άμεσα με τη θεία Ευχαριστία, όπου ο οίνος μετατρέπεται σε Αίμα Χριστού. Ο Ακοτάντος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του συγκεκριμένου θέματος, καθώς ενυπόγραφες εικόνες του με την ίδια θεματογραφία  κοσμούν τη μονή Βροντησίου και την Ενορία Μαλλών Κρήτης.
Περί τα μέσα του 17ου αιώνα, όπου οι Τούρκοι κατέλαβαν τις μεγάλες πόλεις της Κρήτης  πολυάριθμα καλλιτεχνήματα , τα οποία διακοσμούσαν τους ναούς της μεταφέρθηκαν σε νησιά του Ιονίου, του Αιγαίου και στη Βενετία. Οι εκπρόσωποι της Κρητικής Σχολής εγκατέλειψαν το νησί τους και με αυτόν τον τρόπο έπαψε να γίνεται λόγος για Κρητική Σχολή, αφού χάθηκε η συνοχή της. Μεταξύ των καλλιτεχνών της διασποράς ήταν και ο Θεόδωρος Πουλάκης, ο οποίος εμπνευσμένος θεματικά από τον Ακοτάντο φιλοτέχνησε με εμφανείς επιρροές από τις φλαμανδικές χαλκογραφίες εκ νέου την εικόνα της Αμπέλου. Οι σκουρόχρωμοι προπλασμοί, η λιτότητα και η στιβαρότητα των μορφών του Ακοτάντου έχουν αντικατασταθεί εμφανώς  από τα λαμπερά χρώματα, τον πλούτο των συνθέσεων και την έντονη κινητικότητα των μορφών του Πουλάκη, του οποίου η Άμπελος φιλοτεχνήθηκε το 1666 και βρίσκεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνα.

 

Αναρτήθηκε από: Ιωάννα Μπιτάρδου

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.