4/8 H θεραπεία των δύο τυφλών [†Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου]

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΦΛΩΝ (Ματθ. 9, 27-35)
†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Διασκευή ὁμιλίας στή Φιλοθέη, τήν 1/12/2002)

1. Ἡ ἀμοιβή τῆς πίστης

Ἀκούσαμε στό εὐαγγέλιο ὅτι συνάντησαν τόν Χριστό δύο τυφλοί ζητιάνοι, πού ζοῦσαν μέ τήν ἐλεημοσύνη τῶν περαστικῶν. Ἄκουσαν ὅτι περνᾶ ὁ Χριστός, ἅρπαξαν τήν εὐκαιρία, καί χωρίς νά ὑπολογίσουν τό πλῆθος ἄρχισαν νά φωνάζουν: «Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Δαυΐδ λυπήσου καί μᾶς».
Ὁ Κύριος, φαίνεται νά τούς ἀγνοεῖ. Αὐτοί δέν παραιτοῦνται. Μπαίνουν μαζί Του, ἀπρόσκλητοι, στό σπίτι πού θά φιλοξενηθεῖ.
Καί ἐμπρός στόν Χριστό πού δέν τόν βλέπουν, ἀλλά τόν πιστεύουν, ἐπαναλαμβάνουν τήν ἱκεσία: «Ἰησοῦ, υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησον ἡμᾶς».
Τούς ρωτᾶ ὁ Κύριος, γιά νά διδάξει τούς παρευρισκόμενους: «πιστεύετε ὅτι μπορῶ νά κάνω αὐτό πού ζητᾶτε»; «Ναί Κύριε», ἀπαντοῦν.
Καί ὁ Χριστός τούς εἶπε δυό λόγια: «Νά γίνει σύμφωνα μέ τήν πίστη σας». Καί ἀμέσως βρῆκαν τό φῶς τους.
Γιατί; Γιατί ὁ Χριστός ὄντας παντοδύναμος Θεός πού δημιούργησε μέ σοφία τά πάντα, ἔχει τήν δύναμη νά λέει κάτι καί νά γίνεται. Οἱ νόμοι τῆς φύσεως, ὅπως τούς ξέρουμε καί τούς μελετᾶμε δέν εἶναι νόμοι γιά τόν Θεό. Εἶναι νόμοι γιά τήν φύση. Ὁ Θεός εἶναι πάνω ἀπό τούς νόμους. Καί σάν παντοδύναμος ὅποτε θέλει τούς καταργεῖ. Φυσικά, ἐκεῖνο πού θέλει, εἶναι πάντοτε καρπός τῆς ἀγάπης Του, γιατί ἔπλασε τόν κόσμο ἀπό ἀγάπη, καλωσύνη καί εὐσπλαγχνία.

2. Γιατί ὁ πόνος;

Καί ἄν ἐπιτρέπει κάτι κακό, εἶναι γιατί ἐμεῖς παθαίνουμε μιά ἀλλοτρίωση. Ποιά εἶναι ἡ ἀλλοτρίωση;
Νομίζουμε ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος, μέ τά ἀγαθά του καί τίς ἀπολαύσεις του εἶναι δικά μας. Καί ἅμα τά χορτάσουμε, θά βροῦμε τήν εὐτυχία. Θά ἀποκτήσει νόημα ἡ ζωή μας.
Κυττᾶμε νά ξεπεράσει ὁ ἕνας τόν ἄλλο στό: ποιός θά φάει περισσότερο, ποιός θά πιεῖ περισσότερο, ποιός θά διασκεδάσει περισσότερο, ποιός θά ἀπολαύσει τά πιό πολλά.
Ἀποτέλεσμα: Ἔχοντας τέτοιο φρόνημα, χάνουμε τόν Θεό, τήν ψυχή μας, τόν ἑαυτό μας. Κάνουμε τήν ζωή τήν δική μας καί τῶν ἄλλων κόλαση μέ τήν κακία μας.
Ἐπιτρέπει λοιπόν ὁ Θεός καί ἔρχονται τά προβλήματα:
Πρῶτα ὁ θάνατος.
Μετά οἱ ἀρρώστειες καί τά ἄλλα δυσάρεστα πού συναντᾶμε στή ζωή μας, γιά νά μᾶς ξυπνᾶνε. Νά καταλαβαίνουμε ὅτι εὐτυχία δέν εἶναι ἡ ἀπόλαυση. Ἀλλά εἶναι ἡ ζωή κοντά στό Θεό.
    Μέ τόν πόνο μαλακώνει ἡ καρδιά μας. Ἀπομακρυνόμαστε πιό εὔκολα ἀπό τό κακό. Κάτι τό πολύ σημαντικό γιατί ὅποιος κολλάει στό κακό καί δέν ξεκολλᾶ ἀπό ἐκεῖ ἡ καρδιά του δαιμονοποιεῖται.
Πνευματικά, εἶναι χίλιες φορές προτιμότερο, νά καταλαβαίνουμε ὅτι κάναμε λάθος καί νά μετανοῦμε, ἔστω καί κάτω ἀπό τήν πίεση τῶν ὅποιων δοκιμασιῶν,  παρά μέσα στά ἀγαθά μας νά ξεχνᾶμε τόν Θεό καί νά ἰσχυριζόμαστε ὅτι μέ τό Εὐαγγέλιο στό χέρι δέν γίνεται προκοπή.
Συναισθανόμενοι λοιπόν μέσα στόν πόνο τά λάθη μας ἔχουμε ἐλπίδα σωτηρίας. Ὁ πολυεύσπλαγχνος ὁ Θεός δέχεται ἀκόμη καί τόν ληστή, τόν τελώνη καί τήν πόρνη ὅταν δηλώνουν ὅτι ἔκαναν λάθος. Τόση εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία του!
    Γι’ αὐτό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά δοκιμάζονται οἱ δυό τυφλοί καί ὁ κωφός τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
Ρωτᾶμε ἴσως: γιατί αὐτοί καί ὄχι κάποιοι ἄλλοι; Ἄς τό δεχθοῦμε μέ τήν βεβαιότητα ὅτι κάθε τί πού παραχωρεῖ ὁ Θεός, εἶναι πρός τό συμφέρον μας. Ἔπειτα τό μυαλό μας καί ἡ σοφία μας, δέν ἐπαρκοῦν νά ἐξιχνιάσουν τίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο πού χρειάζεται νά κάνουμε, εἶναι νά ἀνοίγουμε τά μάτια μας γιά νά καταλαβαίνουμε κάτι καλύτερα ἀπό τά θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Ὁ Χριστός ἄνοιξε τά μάτια τῶν τυφλῶν γιά νά δείξει ὅτι τό φῶς εἶναι δικό του. Τό διαχειρίζεται ὅπως θέλει. Ὅποτε θέλει τό δίνει. Ἐμεῖς πρέπει νά τό καταλάβουμε, ὅτι δέν μᾶς ἀρκεῖ τό φῶς πού ἔχουμε ἀπό τά μάτια μας, ἀλλά χρειαζόμαστε καί ἕνα ἄλλο. Αὐτό μέ τό ὁποῖο βλέπουμε τόν Θεό καί τά ἔργα Του.
Τόν Θεό καί τά ἔργα Του, Τόν βλέπουμε κυρίως μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας. Πού πρέπει νά τά διατηροῦμε ἀνοικτά καί φωτεινά.
Τά μάτια τοῦ σώματος ἔρχονται δεύτερα.
 Ὑπάρχουν περιπτώσεις πού ἄνθρωποι τυφλοί στά «ἔξω» μάτια, ἦταν ἀνοιχτομάτηδες στά «μέσα».
Ὁ ἅγιος Ἀντώνιος μεγάλος ἀσκητής, ἀφιερωμένος στό Θεό μέ ὅλη του τήν ψυχή, κατέβηκε κάποτε στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ, συνάντησε ἕνα σοφό Χριστιανό, γεμάτο ἀρετές, εὐσέβεια, καλωσύνη καί σοφία, πού ἦταν ἐντελῶς τυφλός. Ὅταν τόν εἶδε τοῦ εἶπε: «Μή λυπᾶσαι, πού δέν ἔχεις μάτια σάν ἐκεῖνα πού ἔχουν οἱ μυίγες, τά κουνούπια καί τά ζωύφια. Νά χαίρεσαι, πού ἔχεις μάτια σάν τῶν ἀγγέλων καί βλέπεις τόν Θεό καί τήν δόξα Του».
    
3. Τό τυφλοπάνι

Νά γιατί τά μάτια τῆς ψυχῆς εἶναι χίλιες φορές ἀνώτερα...
Ἀλλά ὅπως ὅταν ἀρρωστήσουν τά μάτια τοῦ σώματός μας, τρέχουμε σέ γιατρούς, βάζουμε σταγόνες, κολλύρια, καί κάνουμε ἐγχείριση γιά νά τά καθαρίσουμε, τό ἴδιο πρέπει νά φροντίζουμε νά καθαρίζουμε τά ἔσω μάτια. Ἄν τά διατηροῦμε ὑγιή, ἀρχίζουμε νά προσεγγίζουμε πιό σωστά τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τῆς καλωσύνης του, τῆς αἰώνιας ζωῆς, τῆς ἀξίας πού ἔχει ἡ δική μας πίστη καί τά καλά μας ἔργα. Τήν ἀξία πού ἔχει προπαντός καί πάνω ἀπό ὅλα τό ὅτι ὁ πολυέλεος Θεός ἦρθε στόν κόσμο καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς διδάξει, νά μᾶς φωτίσει, νά μᾶς συνετίσει, νά μᾶς πάρει κοντά Του, νά μᾶς δείξει τό δρόμο Του.
    Ἔχετε δεῖ πῶς παίζουν τά παιδιά τό τυφλοπάνι; Παίρνουν ἕνα πανί, τό δένουν στά μάτια τους, καί ψάχνουν νά βροῦν... τό δρόμο. Παραπατᾶνε, πέφτουν, γεμίζουν λάσπες, γελᾶνε καί λένε: «Νά τί εἶναι τύφλωση...».
    Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει, μέ τούς μεγάλους πού παίζοντας σάν παιδάκια, δέν θέλουν νά ἀνοίξουν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους καί τά κρατᾶνε κλειστά. Φορᾶνε μόνοι τους τό τυφλοπάνι, ὅταν κάνουν τό κακό καί φεύγουν ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν τούς ἀρέσει τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, οὔτε ὁ λόγος γιά τήν αἰώνια ζωή. Καί τότε τί γίνεται;
    Μή βλέποντας –δηλαδή μή ἀξιολογώντας σωστά- παραπατᾶνε καί πέφτουν. Ποῦ πέφτουν;
    Τήν μιά φορά στήν κλεψιά, τήν ἄλλη στήν κατάκριση, τήν ἄλλη σέ κακολογία, τήν ἄλλη σέ σαρκικά ἁμαρτήματα. Καί σέ φόνους ἀκόμη. Καί ποῦ δέν πέφτει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ξεχάσει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί τό θέλημά Του. Καί μετά ἀπό ὅλα αὐτά τί κάνει; Μερικές φορές γελάει ἀντί νά συνετισθεῖ. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι εἶναι πάρα πολύ κακό πράγμα ἡ πνευματική τύφλωση.

4. Δεῦτε λάβετε φῶς

    Πῶς θά ἀποκτήσουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ;
    Ἄς ἀκούσουμε μιά ἱστορία:
    Σ’ ἕνα χωριό, κοντά στήν Ἐκκλησία ἦταν μιά βρύση μέ δροσερό νερό. Οἱ χωρικοί συνήθιζαν, μόλις χτυποῦσε χαρμόσυνα ἡ καμπάνα τῆς Ἀναστάσεως νά ὁρμοῦν ὅλοι στή βρύση. Νά παίρνουν νερό καί νά τό ρίχνουν στά μάτια τους. Γιατί τό κάνετε; τούς ρωτοῦσαν. Γιά νά μᾶς πλύνει τά μάτια  ὁ Θεός. Νά μᾶς τά ἀνοίξει νά βλέπουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τό νόημά της.
Ὑπάρχουν πολλοί τρόποι πού ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς...
    Ρώτησε κάποιος σοφός παπᾶς ἕναν ἐνορίτη του.
-Πές μου παιδί μου. Πότε ἔχουμε τά μάτια μας ἀνοικτά;
-Πιστεύω πάτερ, ὅταν μποροῦμε νά ξεχωρίζουμε σέ μεγάλες ἀποστάσεις τά ζῶα ἀπό τούς ἀνθρώπους;
-Ὄχι παιδί μου! Εἶναι πολύ φτηνό αὐτό τό κριτήριο.
-Μήπως ὅταν τό χάραμα, στό μισοσκόταδο, ξεχωρίζουμε τά διάφορα πράγματα γύρω μας;
-Ὄχι...
-Μήπως ὅταν τή νύχτα διακρίνουμε τούς σκοτεινούς ὄγκους τῶν βουνῶν;
-Ὄχι...
-Πές μου τότε σύ πάτερ, πότε εἴμαστε βέβαιοι ὅτι βλέπουμε καλά;
Ἀπάντησε ὁ ἱερέας:
-Ὅταν φτάσουμε νά βλέπουμε τούς ἀνθρώπους σάν ἀδελφούς μας. Τότε ἔχουμε τό φῶς τοῦ Θεοῦ μέσα μας.
Φῶς Θεοῦ μᾶς δίνει ἡ ὑπακοή στό λόγο Του καί ἡ ἀγάπη.
Ἅμα τόν ἄλλο, τόν βλέπεις σάν διάβολο ἤ σάν θύμα, ὄργανο νά ἐξυπηρετήσεις τά συμφέροντά σου, νά τόν ἐκμεταλλευτεῖς, στήν καρδιά σου ἔχεις σκοτάδι.
Γιά νά ἀνοίξουν τά μάτια μας:
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα χρειάζεται νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο ὅπως οἱ  τυφλοί... «Κύριε, βοήθησέ με νά ἀνοίξω τά μάτια τῆς ψυχῆς μου. Νά καταλάβω τό θέλημά σου».
Σέ μιά εὐχή τῆς Λειτουργίας, ἀναφέρουμε ποιά εἶναι τά σημαντικότερα πράγματα. Λέγει ἡ εὐχή:
Στήν παρούσα ζωή εἶναι ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ καί μετά  τόν θάνατό μας ἡ αἰώνια ζωή.
Πραγματικά! Τί τήν θέλεις τούτη τήν ζωή ἄν χάσεις τήν αἰώνια; Ἄν πᾶς στήν αἰώνια κόλαση; Ὑπάρχει μεγαλύτερο ξέπεσμα; Μεγαλύτερη καταστροφή;
Τί νά τό κάνεις κι’ ἄν ἀπόλαυσες αὐτά πού λαχταρᾶ ὁ κόσμος γιά λίγες στιγμές ἤ ἔστω γιά μερικά χρόνια;  Ὅλα ξεχάστηκαν τήν ἄλλη μέρα. Ἔπαψαν νά σοῦ δίνουν χαρά καί ἐνθουσιασμό. Ὄχι μετά ἀπό καιρό, ἀλλά τήν ἄλλη κιόλας μέρα! Τά ἐπίγεια, δέν σέ χορταίνουν οὔτε σ΄ αὐτή τήν πρόσκαιρη ζωή! Εἶναι δυνατό νά σέ χορτάσουν στή μέλλουσα; Νά σέ ἐφοδιάσουν μέ κάτι γι’ αὐτή;
Πόσο ἀπατώμεθα ὅταν θαυμάζουμε πράγματα πού ἅμα τά ἀξιολογήσεις εἶναι ὄχι μόνο στρογγυλό μηδενικό ἀλλά «ὑπό» τό μηδέν!
Σκεπασμένοι μέ τό τυφλοπάνι, κυνηγᾶμε τό «μηδενικό», καί ξεχνᾶμε τόν πλοῦτο πού εἶναι ἡ ἁγιότητα, ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, οἱ χριστιανικές ἀρετές, πού τίς καλλιεργοῦμε μέ τήν εὐσεβή ζωή.
Γι’ αὐτό ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τόν πλοῦτο καί τίς διασκεδάσεις, τίς λέει: «ἀπάτη, ἡ ἀπάτη». «Ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καί ἡ ἀπάτη τῶν ἡδονῶν».
Νά μήν ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά μείνουμε στό πνευματικό σκοτάδι, ἀλλά ὅλοι νά γυρίσουμε στό φῶς. Καί κάνοντας ἔργα φωτός, νά λάβουμε τό ἔλεός Του, τήν Ἀνάσταση καί τήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-

www.impiprevezis.gr

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.