Κυριακή ΙΒ΄ Λουκᾶ. Δέκα λεπρῶν [†Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου]




 


Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ (Λουκά 17, 12-19)
†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Διασκευή ομιλίας, στις 19/1/1992)
1. «Ζυγιστείτε» στην ζυγαριά της Εκκλησίας
Το Ευαγγέλιο που ακούσαμε μας μίλησε για δέκα άρρωστους
ανθρώπους, που είχαν την ανίατη για την εποχή εκείνη αρρώστια,
την   λέπρα.   Ενώ   πήγαινε   ο   Χριστός   σε   κάποιο   μέρος,   Τον
συνάντησαν και έχοντας την συναίσθηση ότι είναι μεταδοτική η
αρρώστια   τους,   στάθηκαν   από   μακριά   και   άρχισαν   να   Του
φωνάζουν:   «Ιησού,   Υιέ   του   Θεού,   ελέησέ   μας».   Ο   Χριστός   τους
είπε: «Να γίνετε καλά. Σας θεραπεύω. Αλλά πηγαίνετε να δείξετε
τον εαυτό σας στους ιερείς, όπως ορίζει ο Μωσαϊκός Νόμος».
*    *    *
Όλοι   είμαστε   άρρωστοι.   Μπορεί   να   μην   έχουμε   κάποια
αρρώστια   σωματική.   Έχουμε   όμως   αμαρτίες.   Έχουμε   σκοτισμό
ψυχής.  Αποφασίζουμε   λοιπόν  να   αγωνιστούμε,  να  κάνουμε  κάτι
καλό, για την ωφέλειά μας την πνευματική, να κάνουμε τον σταυρό
μας,   να   πάμε   στην   εκκλησία.   Και   τότε   ο   Χριστός   μάς   λέει:
«Πηγαίνετε να δείξετε τον εαυτό σας στους ιερείς». Εσείς, μόνοι
σας,   δεν   μπορείτε   να   διαπιστώσετε   αν   είσαστε   υγιείς,   ούτε   αν
γίνατε καλά. Πρέπει πρώτα να εξομολογηθείτε. Και μετά να πάτε
στη   Θεία   Λειτουργία   και   να   πάρετε   από   τα   χέρια   των   ιερέων
ευλογία. Και ιδιαίτερα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Μόνοι
σας,   χωρίς   την   παρέμβαση   εκείνων   που   όρισε   ο   Θεός   για   την
ευλογία   του   κόσμου,   των   ιερέων,   δεν   θα   μπορέσετε   να   γίνετε
καλά».
 Όσο περισσότερο ένας άνθρωπος ζητά την συμβουλή των ιερέων,
τόσο περισσότερο γίνεται πνευματικά καλά. Όπως ένας σωματικά
ασθενής,   όσο   περισσότερο   παρακολουθεί   τον   εαυτό   του,
πηγαίνοντας   στο  γιατρό,  τόσο  περισσότερο   έχει  πιθανότητες  να
γίνει καλά και να διατηρήσει την υγεία του.

Αφού οι δέκα λεπροί πήγαν στους ιερείς, και οι ιερείς είδαν
ότι έγιναν καλά, έφυγαν ο καθένας για το σπίτι του. Ένας μόνο
γύρισε και έψαξε να βρει τον Χριστό για να Τον ευχαριστήσει.
Τον ρώτησε ο Χριστός:
-Μα καλά δεν είσαστε δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; Δεν το
σκέφτηκαν ότι ήταν χρέος τους να ευχαριστήσουν τον Θεό για την
ευεργεσία που έλαβαν;
Ο   Χριστός,   στο   σημείο   αυτό,   εξέφρασε   παράπονο.   Αλλά   το
παράπονο   του   Χριστού,   δεν   είναι   σαν   το   δικό   μας.   Εγώ   επί
παραδείγματι, όταν παραπονούμαι και λέω, «ο τάδε άνθρωπος δεν
μου φέρθηκε καλά», κυρίως για τον εαυτό μου νοιάζομαι. Το μόνο
που σκέφτομαι είναι, πόσο ο άλλος πρόσβαλε το εγώ μου. Πόσο
πλήγωσε τον εγωισμό μου.



Αλλά   ο   Χριστός,   που   από   αγάπη   για   μας   ταπεινώθηκε   έως
θανάτου, όταν λέει για ένα άνθρωπο, «δεν φέρθηκε καλά», εννοεί
ότι «με την αμαρτία που έκανε, εζημίωσε, όχι τον Θεό, αλλά τον
εαυτό του! Χώρισε τον εαυτό του από τον Θεό, που είναι η πηγή
της Αληθινής Ζωής».
 Οι εννέα λοιπόν λεπροί, που δεν πήγαν να ευχαριστήσουν τον
Θεό που τους θεράπευσε, τον εαυτό τους αδίκησαν. Τον εαυτό τους
εζημίωσαν. Και ενώ πρώτα είχαν τη λέπρα στο σώμα, τώρα με την
αχαριστία   τους,   γέμισαν   λέπρα   ΚΑΙ   την   ψυχή   τους.   Γιατί   κάθε
αμαρτία είναι λέπρα, αρρώστια της ψυχής.
 Η Εκκλησία ευχαριστεί τον Θεό
Η Εκκλησία μας ονομάζει τη Λειτουργία  Θεία Ευχαριστία.
Τι   σημαίνει  Ευχαριστία;   «Έκφραση   ευγνωμοσύνης!»   Με   άλλα
λόγια,   ερχόμαστε   στην   Λειτουργία   για   να   πούμε   στο   Θεό
«ευχαριστώ». Για να Του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας.
Όταν λοιπόν δεν πάμε στην Λειτουργία, δεν λέμε «ευχαριστώ»
στο Θεό. Στις ευχές της Λειτουργίας, θα βρούμε πολλές φορές τη
λέξη:   «ευχαριστούμε».  Και ιδιαίτερα, όταν ευλογεί ο  ιερέας τον
λαό   και   πει   μετά:  «Ευχαριστήσωμεν   τω   Κυρίω»,  απαντάει   ο
ψάλτης: Είναι «άξιον και δίκαιον» να ευχαριστήσουμε τον Κύριο.
Και αξίζει, και πρέπει, και επιβάλλεται. Είναι δίκαιο πράγμα, γιατί
ο   Θεός   μάς   έχει   κάνει   τεράστιες   ευεργεσίες.   Ποιές   είναι   οι
ευεργεσίες;
Διαβάζει ο παπάς μια ευχή, που λέγει:
«Αξίζει   και   είναι   δίκαιο,   επιβάλλεται   να   Σε   ευχαριστούμε,
Κύριε,   για   όλες   Σου   τις   δωρεές.   Η   πρώτη:   Μας   έπλασες,   μας
δημιούργησες, μας έφερες στον κόσμο».
Έχουμε την αίσθηση ότι μας έφερε στον κόσμο ο πατέρας μας
και η μάνα μας. Αλλά πολλοί είναι εκείνοι που δεν έχουν παιδιά
και στο τέλος πέφτουν στα γόνατα και ζητούν από τον Θεό να τους
δώσει. Η αλήθεια είναι ότι ο Θεός δίνει την δύναμη στον άνθρωπο
να γίνεται πατέρας και μητέρα. Αυτός μας φέρνει στον κόσμο δια
των   γονέων   μας.   Και   μετά   μας   δίνει   τόσα   αγαθά,   εσωτερικά-
ψυχικά και εξωτερικά.
Το μεγαλύτερο δώρο Του ποιό είναι;
Το ότι έχουμε νου και ελευθερία. Έχουμε τα αγαθά αισθήματα,
που   μας   κάνουν   ανθρώπους   και   όχι   ζώα.   Θέλουμε   να   είμαστε
γεμάτοι   καλοσύνη,   αγάπη,   ευσπλαχνία.   Βλέπουμε   κακό   και
τσακίζεται η καρδιά μας. Και το ύψιστο δώρο του Θεού είναι ότι
έχουμε επίγνωση Θεού,  και  σηκώνουμε  τις καρδιές  μας προς  τα
άνω.
Η μεγαλύτερη εκδήλωση της ευεργεσίας του Θεού, είναι αυτή
που   ζούμε   μέσα   στην   Θεία   Λειτουργία.  Η   ευεργεσία   να   είμαστε
μέσα στην Εκκλησία, και να ξέρουμε ότι έχουμε Πατέρα μας τον
Θεό. Και ενώ φταίμε ενώπιόν Του, έρχεται ο Χριστός και μας δίνει
συγχώρηση,   που   πηγάζει   από   το   Αίμα   που   έχυσε   για   μας   στο
Σταυρό Του. Αυτό το Τίμιο Αίμα Του μαζί με το Άχραντο Σώμα Του
μας   μεταδίδονται   στην   Θεία   Κοινωνία,   για   την   άφεση   των
αμαρτιών μας και για την αιώνια ζωή.
Τι σημαίνει να αποκτήσουμε αιώνια ζωή;
Να μπει μέσα στην καρδιά μας ο Θεός. Γιατί τότε, όπως και
εδώ  αισθανόμαστε ότι είμαστε δικοί Του, έτσι και όταν κλείσουμε
τα   μάτια   μας,   θα   είμαστε   δικοί   Του.   Ενώ   όταν   εδώ,   στην   γη,
αισθανόμαστε ότι είμαστε ξένοι από τον Θεό, όταν θα κλείσουμε
τα μάτια μας, πώς θα γίνουμε ξαφνικά δικοί Του;
Να, λοιπόν, ποιά χάρη έχει το να μαζεύεται ο άνθρωπος στην
Εκκλησία, να πηγαίνει να δείχνει τον εαυτό του στους ιερείς, να
κάνει αυτοέλεγχο και να λέει: «Είμαι του Θεού; Κάνω κάτι για να
είμαι του Χριστού; Αν κλείσω αυτή την στιγμή τα μάτια μου, θα
είμαι του Χριστού; Με ποιό εχέγγυο; Με τι από αυτά που έκανα;»
Μια   σπουδαία   συγγραφέας   και   φιλόσοφος   η   Κατερίνα
Έμερσιν, γράφει τα εξής:  «Φαντασθείτε   ότι   βρισκόμαστε   σε   μια
μεγάλη πλατεία και στη μέση στέκει ο Χριστός. Και οι άνθρωποι
που περνάνε, τρέχουν ο καθένας για τις δουλειές του».
Έχετε δει πως τρέχει ο κόσμος στην πλατεία Συντάγματος και
στην Ομόνοια; Πάει να τρελλαθεί κανείς.
Και συνεχίζει η Έμερσιν: «Καθώς οι άνθρωποι τρέχουν πέρα-
δώθε,   δεν  κοιτάζουν  καθόλου  τον  Χριστό.   Το πολύ-πολύ   να  του
πουν λίγο ξαφνιασμένοι: «Α, Εσύ είσαι, Χριστέ μου;» Και αμέσως
στρίβουν για να προφτάσουν τις δουλειές τους. Αν λοιπόν έτσι Τον
βλέπουμε τον Χριστό, χωρίς να Του δίνουμε σημασία, ή το πολύ-
πολύ ξαφνιασμένοι από την παρουσία Του μένουμε κοντά Του ένα-
δυό λεπτά, σας ερωτώ - λέει αυτή η συγγραφέας - την ημέρα που θα
φύγουμε   από   τον   κόσμο,   θα   πρέπει   ο   Χριστός   να   μας   δώσει
σημασία; Επομένως, δεν είναι άξιος ο Χριστός να γίνει το κέντρο
της ζωής μας; Δεν αξίζει να γίνει αντικείμενο του ενδιαφέροντος
και της προσοχής μας; Δεν αξίζει να ζούμε για τον Χριστό και για
την αιώνια ζωή;»
3. Πρέπει κάτι να κάνουμε
Ας προσπαθούμε κάθε μέρα να έχουμε τον Θεό πιο κοντά μας.
Γιατί όταν τον Θεό Τον αισθανόμαστε σ’ αυτή την ζωή κοντά μας,
δικό  μας, στην άλλη ζωή θα μας αισθανθεί Εκείνος δικούς Του,
κοντά Του και θα μας πάρει στην Βασιλεία Του.
Βέβαια   όταν   ερχόμαστε   σε   λίγη   συναίσθηση   και
καταλαβαίνουμε   τι   αξία   έχει   η   ψυχή   μας   και   ο   Θεός,
διαπιστώνουμε ότι στη ζωή μας αφήναμε τον Θεό πικραμένο, και
την ψυχή μας να λιμοκτονεί και να πεθαίνει. Και εκείνη την στιγμή
μας πιάνει το παράπονο και λέμε: «Ω Θεέ μου, να Σε είχα γνωρίσει
νωρίτερα! Ούτε Εσένα  θα άφηνα ποτέ πικραμένο ούτε την  ψυχή
μου να λιμοκτονεί!»
Αλλά πρέπει να «κάνουμε κάτι» για να γνωρίσουμε τον Θεό.
Μην   περιμένουμε   να   έρθει   να   πέσει   επάνω   μας.   Έρχεται
βέβαια   και   έτσι   ο   Θεός   από   την   πολλή   Του   ευσπλαχνία.   Αλλά
πρέπει και εμείς να Τον αναζητήσουμε.
Πώς Τον αναζητούμε;
Πρώτα από όλα με το να κάνουμε προσευχή και να λέμε: «Θεέ
μου,   άνοιξε   την   καρδιά   μου,   άνοιξε   τα   μάτια   της   ψυχής   μου,
φώτισέ   με,   έλα   κοντά   μου,   δείξε   μου   τον   εαυτό   Σου   να   Σε
καταλάβω».
  Το δεύτερο είναι, να προσπαθήσουμε να βγάζουμε   από την
ζωή μας εκείνα που μας τυφλώνουν.
Ποιά μας τυφλώνουν; Τα πάθη μας.
Μπορείς να κλέβεις και να θέλεις να δεις τον Θεό; Μα τότε
είναι, που δεν θέλεις να Τον δεις. Γιατί θα σου πει: «Γιατί κλέβεις,
άνθρωπε;» Πας λοιπόν και κρύβεσαι, όπως κρυβόταν ο Αδάμ.
Μπορείς να κάνεις ατιμίες και αισχρότητες και να θέλεις να
δεις   τον   Θεό;   Αδύνατον.   Αν   ζεις   έτσι,   δεν   θέλεις   ούτε   να   Τον
βλέπεις ούτε να Τον ακούς. Φεύγεις και Του κρύβεσαι.
Μπορείς να αφήνεις την καρδιά σου να γίνεται κατοικητήριο
του διαβόλου, με την κακία, με την συκοφαντία και με το μίσος,
και να έρθει ο Θεός της αγάπης να μείνει μέσα σου; Δεν έρχεται!
Πρέπει να καθαρίσεις τον εαυτό σου και να γίνεις άνθρωπος της
αγάπης και της καλοσύνης.
Τι κάνουμε στα μνημόσυνα;
Προσευχόμαστε να πάνε οι κεκοιμημένοι στον παράδεισο. Να
ζήσουν κοντά στον Θεό. Αλλά το ερώτημα είναι:
- Ζούσαν κοντά στον Θεό όταν ήταν στην ζωή αυτή;
Αν ζούσαν κοντά, με την προσευχή μας, θα πάνε πιο κοντά.
Αν ζούσαν λιγάκι κοντά, με την προσευχή μας, μπορεί να τους
ελεήσει ο Θεός.
Αν ζούσαν μακριά από τον Θεό, πού να βρεθεί πια τόσο έλεος;
Να γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται να κρατιέται, όσο
περισσότερο μπορεί, κοντά στην πηγή της ζωής, στον Κύριο ημών
Ιησού Χριστό.
Αυτό να ευχόμαστε ο ένας στον άλλο. Να ζούμε κοντά στον
Χριστό, όσο περισσότερο μπορούμε.
Και για τους κεκοιμημένους να ευχόμαστε ο Κύριος να δεχθεί
την προσευχή μας και να τους δώσει έλεος, συγχώρηση και αιωνία
ανάπαυση κοντά Του. Αμήν.-

www.impiprevezis.gr

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.