4/11 Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου (Μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου]

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ
(Λουκ. 16, 19-31)

Ὁμιλία πού ἔγινε τό 1988

1.    Καλά τούς τά λέει…

Μερικές φορές, ὅταν ἀκοῦμε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό Εὐαγγέλιο ψάχνουμε νά βροῦμε γιά ποιούς «τά λέει». Καί συνήθως βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι τά λέει γιά τούς ἄλλους. Καί ὅτι αὐτά δέν ἔχουν σχέση μέ μας. Ἀλλά αὐτό, εἶναι λάθος. Διότι τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο ἔχει γραφεῖ γιά νά ἀπευθύνεται σέ ὅλους. Δέν ἀπευθύνεται στόν Ἰάκωβο, στόν Πέτρο, στόν Ματθαῖο, ἀλλά σέ ὅλους μας.
Ἕνας ἀπό τούς ἁγίους πατέρας λέγει:
«Ἐκεῖνος, πού ἔχει ἀληθινά πνεῦμα Θεοῦ, πού ἔχει μέσα του φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅταν διαβάζει τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο, ὅλα ἀνεξαιρέτως τά λόγια του, θά τά ἐφαρμόσει στόν ἑαυτό του καί ἔτσι θά βρεῖ μεγάλη ὠφέλεια».
Γι' αὐτό κάθε φορά πού ἀκούγοντας τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, κάνουμε τήν σκέψη, ὅτι ἀναφέρεται σέ κάποιον ἄλλον, ἡ συνείδησή μας δέν λειτουργεῖ σωστά. Ἔχει πλανηθεῖ, ἔχει ὑποστεῖ μιά μικρή διαστροφή καί ἀλλοίωση.
 Ἄς δοῦμε μέ λίγα λόγια καί προσπαθώντας νά τά φέρομε στόν ἑαυτό μας, τά διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σημερινῆς ἡμέρας, πού μᾶς λέγει:

2.    Αὐτό θά πεῖ σκληροκαρδία
 
Ἦταν ἕνας πλούσιος, πού ντυνόταν μέ τήν τελευταία λέξη τῆς μόδας, ὅσο μποροῦσε πιό λαμπρά, καί «καθ’ ἡμέραν» γλεντοῦσε. Καλότρωγε καί καλόπινε. Ἔξω ἀπό τό σπίτι του, ἐρχόταν συνεχῶς ἕνας φτωχός, ρακένδυτος καί γεμάτος πληγές. Καί προσπαθοῦσε νά χορτάσει ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι του. Δηλαδή ἀπό ἐκεῖνα πού πετοῦσε ὁ πλούσιος στά σκουπίδια. Καί δέν τοῦ ἔδιναν τίποτα.
Καί πήγαιναν τά σκυλιά καί τοῦ ἔγλυφαν τίς πληγές του.
Ἀλλά ἦρθε ἡ ὥρα καί πέθανε καί ὁ πλούσιος καί ὁ φτωχός. Καί βρέθηκαν στήν ἄλλη ζωή, ἀλλά μέ διαφορετικές συνθῆκες. Ὁ μέν φτωχός, στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, στόν Παράδεισο, ὁ δέ πλούσιος στίς φλόγες τῆς κολάσεως.
Καί ἀπό ἐκεῖ, ὁ πλούσιος νοσταλγεῖ ὄχι ὅλη τήν χαρά τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλά μιά σταγόνα. Μιά σταγόνα ἀπό αὐτή τήν χαρά.
Ἄς ποῦμε λίγο πιό ἀναλυτικά αὐτά τά ὑπέροχα γιά μᾶς μηνύματα τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου. Θά ποῦμε βέβαια: «πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν εἶναι ὑπέροχα, ἀφοῦ μιλάει ἡ ἀληθινή σοφία, ἡ ἀλήθεια, ὁ Χριστός;»
 Φοροῦσε λοιπόν ὁ πλούσιος «πορφύραν καί βύσσον». Τά ἀκριβότερα ὑφάσματα ραμμένα, ὅπως εἴπαμε, μέ τήν τελευταία λέξη τῆς μόδας. Κάθε ἡμέρα εἶχε γλέντι στό σπίτι του, τσιμπούσι μεγάλο, σπουδαία φαγητά, κρασιά καί προσκεκλημένους. Καί γλεντοῦσε τήν ζωή του.
Αὐτή ἦταν μιά εἰκόνα. Ὅτι γλεντοῦσε, ὅτι χρησιμοποιοῦσε ἄφθονα ὅλα τά ἀγαθά πού εἶχε βρεῖ καί εἶχαν περιέλθει στήν κατοχή του, γιά τόν ἑαυτό του. Αὐτό ἦταν τό ὁρατό, ἀλλά ὑπῆρχε καί κάτι τό ἀόρατο μέν, ἀλλά ἀληθινό, ἡ μᾶλλον πιό ἀληθινό ἀπό τά ὁρατά. Ποιό ἦταν;
Ἡ σκληροκαρδία του.
 Δέν φαίνεται ἡ καρδιά, οὔτε τί ἔχει μέσα, ἀλλά ὁ καθένας τό ἔβλεπε ἀκτινοβόλα, καθαρά. Γιατί ἕνας φτωχός ἦταν ἔξω ἀπό τό σπίτι του πάντοτε, προσπαθώντας νά πάρει κάτι ἀπό τά σκουπίδια του καί αὐτός δέν συγκινιόταν καθόλου νά τοῦ δώσει κάτι.
Σχολιάζει κάποιος ἀπό τούς Ἁγίους:
 Μερικές φορές, κάποιος ἀπό τούς ὑπηρέτες τοῦ πλουσίου ἔκλεβε κάτι, ἀπό τό τραπέζι γιά νά πάει νά τό δώσει στόν φτωχό. Ναί, τό ἔκλεβε. Καί κάτι χειρότερο: Ἔξω ἀπό τό σπίτι τοῦ πλουσίου ἦταν μαζεμένα σκυλιά. Τά σκυλιά εἶχαν γίνει φίλοι μέ τόν φτωχό, μέ τό «ἀνθρώπινο σκυλί» πού ἔψαχνε τά σκουπίδια καί πήγαιναν κοντά του καί ἔγλειφαν τίς πληγές του.
 Τί θέλει νά πεῖ αὐτό;
 Ὁ πλούσιος, ἦταν πιό σκληρός ἀπό τά ἄλογα ζῶα. Καί ἔβλεπε τόν ἄνθρωπο, πιό ἄσχημα ἀπό ὅ,τι ἔβλεπε τά ζῶα, τά σκυλιά. Ἄς κάνουμε μιά σκέψη σ’ αὐτό τό σημεῖο: Οἱ πλούσιοι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς συνήθως ἔχουν σκυλιά καί γατάκια μέσα στό σπίτι τους. Καί πόσες ὧρες κάθονται καί χαϊδεύουν τά σκυλιά καί παίζουν μέ τά σκυλιά καί βγάζουν περίπατο τά σκυλιά. Καί κάνουν δαπάνες καί τί δαπάνες γιά τά σκυλιά! Καί ὅλα αὐτά τήν στιγμή πού δέν δίνουν ὄχι στόν φτωχό πού προσπαθεῖ νά μαζέψει κάτι ἀπό τά σκουπίδια γιά νά φάει, ἀλλά οὔτε τοῦ Ἀγγέλου τους νερό!
 Δέν φαίνεται ἡ σκληροκαρδία μέ τά μάτια, οὔτε τήν ἀκοῦμε μέ τά αὐτιά. Ἀλλά τήν αἰσθανόμαστε μέ τήν καρδιά. Λοιπόν ὑπάρχει;
Ὑπάρχει περισσότερο ἀπό ἐκεῖνα πού βλέπουμε. Καί ζώντας μέσα σ’ αὐτή τήν σκληροκαρδία, γιά φανταστεῖτε τήν ἀθλιότητα τοῦ κόσμου. Ἕνα τσοῦρμο ἀνθρώπους, ἐκεῖνοι πού τρώγανε καί πίνανε μαζί μέ τόν πλούσιο, γιά φανταστεῖτε τί θά τοῦ ἔλεγαν, ὅπως λένε κάθε φορά τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι στούς πλούσιους φίλους τους: «Ἄ! εἶσαι σπουδαῖος ἄνθρωπος. Μά τί γοῦστο εἶναι αὐτό. Τί ὡραῖο ροῦχο. Τί ὡραῖο ράψιμο. Πῶς τά καταφέρνεις ἔτσι; Ἐσύ εἶσαι τό ὑπόδειγμα τῆς κοινωνικότητος».
«Μωρέ μπράβο του», κουβεντιάζουν μεταξύ τους, «εἶναι  ἄνθρωπος πού ξέρει νά ζήσει. Εἶναι ἄνθρωπος ἔξυπνος. Μά γι’ αὐτό ἔχει ἐπιτύχει στήν ζωή του. Γι’ αὐτό τά ἔχει καταφέρει, γι’ αὐτό ἔχει τήν τσέπη του γεμάτη. Εἶναι ἄξιος ἄνθρωπος, ἄξιος».
Καί ὁ πλούσιος αὐτός ἄνθρωπος, πού τόσο εὔκολα αἰσθάνεται ἡ καρδιά μας τήν σκληροκαρδία του, πλέει μέσα στά πελάγη τῶν ἐπαίνων καί τῆς ἀποδοχῆς τῆς κοινωνίας.
Νά τί εἶναι καί ἡ γνώμη καί ἡ ἀποδοχή τῆς κοινωνίας.
Ἀλλά, ἀδελφοί μου, ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετική ἀπό τήν κρίση τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας. Καί τί ἔγινε;

3.    Ἡ ψυχή ὑπάρχει, καταλαβαίνει, μιλάει

Ἀπέθανε ὁ πλούσιος καί τόν ἔθαψαν οἱ ἄνθρωποι μέ μεγαλοπρέπεια. Στήν κηδεία του θά ἔβγαλαν καί λόγους, πολλοί· ὄχι ἕνας. Καί μετά; Μετά πῆγε στήν κόλαση. Τόν ἔβαλε ὁ Θεός ἐκεῖ πού ἦταν τόπος ἀντάξιος τῆς σκληροκαρδίας του.  
Ἀπέθανε καί ὁ φτωχός Λάζαρος καί τόν πῆραν οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ καί τόν πῆγαν εἰς τόν κόλπο τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ.
Ἀλλά γιά κοιτάξετε, τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «πέθανε ὁ πλούσιος, πέθανε καί ὁ Λάζαρος». Εἶχε πεθάνει χρόνια καί χρόνια ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ. Μποροῦσε κανείς νά ψάξει νά βρεῖ πουθενά τα κόκκαλα τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ, πού ἀπό τότε εἶχε πεθάνει πρίν δύο χιλιάδες χρόνια; Μπορεῖ κανείς νά βρεῖ τά κόκαλα κάποιου ἀνθρώπου, πού πέθανε πρίν ἀπό ἑκατό χρόνια; Σπάνιο τῶν σπανίων.
Τό σῶμα λοιπόν μηδέν, ἀλλά ἡ ψυχή τους ὑπάρχει. Καί ὄχι μόνο ὑπάρχει, αἰσθάνεται, ἀκούει, βλέπει, καταλαβαίνει καί ὑπάρχει διάλογος. Τόν ἀκοῦτε τόν πλούσιο τί λέει; «Πάτερ Ἀβραάμ, πές στόν Λάζαρο νά μοῦ φέρει μιά σταγόνα νερό ἀπό αὐτή τή δροσιά μέσα στήν ὁποία πλέει. Νά καταψύξει τή γλώσσα του, ‘γιατί ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ’».
Λίγο πολύ, μᾶς λέει, ὅτι δέν εἶχε βάλει ἀκόμα μυαλό, γιατί δύσκολα μπαίνει τό μυαλό σέ κείνους, πού τὄχουν διαστρέψει καί διαστρέφουν τήν ψυχή τους. Ἔβλεπε τό Λάζαρο, πού μπορεῖ, μερικές φορές νά τόν εἶχε στείλει μέ παλιοσυνεννοήσεις νά τοῦ κάνει κάνα θεληματάκι. Καί λέει: «πές στό φτωχαδάκι νά μοῦ κάνει καί τώρα τό θεληματάκι καί νά μοῦ φέρει μιά σταγόνα νερό».
 Ἀλλά ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ τοῦ ἀπαντᾶ: «Δέν εἶναι δυνατόν. Εἶναι χάσμα ἡ ἀπόσταση». Ποιά ἀπόσταση; Τί λέτε πώς εἶναι ἡ ἀπόσταση μεταξύ παραδείσου καί κολάσεως; Εἶναι κανένα χαντάκι; Εἶναι καμιά τάφρος; Τί εἶναι; Εἶναι ἡ ἀπόσταση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, πού ἀγαποῦσαν τό Θεό καί τῶν ἀνθρώπων πού καταπατοῦσαν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀπόσταση μεταξύ ἐκείνων πού δούλευαν μέ συνείδηση, μέ ἀγάπη, μέ καλοσύνη καί ἐκείνων πού ὅλες αὐτές τίς ἀρετές τίς θεωροῦσαν γελοιότητα καί βλακεία καί ἠλιθιότητα. Καί γιά προσέξατε. Στή ζωή του δέν ἔδινε οὔτε ψίχαλα. Δέν κράταγε νά δώσει. Τά περισσεύματά του τά πετοῦσε στά σκουπίδια. Καί στή Δευτέρα Παρουσία, στή μέλλουσα ζωή, ζητάει σταγόνα νερό καί δέν τοῦ δίνει κανείς.
Τί μᾶς λέει αὐτό τό πράγμα; Εὔκολο εἶναι τό συμπέρασμα.

4.    Μαρτυρία οὐρανοῦ ἤ μαρτυρία τάφου;

Άς ἔλθομε, τώρα, στό δεύτερο σημεῖο. Πού πρέπει νά τό προσέξομε ἰδιαίτερα. Ἔρχονται ἄνθρωποι καί λένε: «Ὤχ καημένε, δέν ὑπάρχει μέλλουσα ζωή, δέν ὑπάρχει μετά θάνατον  τίποτα. Τά εἶδε κανείς; Ἄς ἔρθει κάποιος ἀπό ἐκεῖ, ἕνας πεθαμένος, νά μᾶς τό πεῖ ὅτι ὑπάρχει, νά τό καταλάβομε, νά ἀγωνιστοῦμε. Νά ἀγωνίζεσαι τζάμπα; Δηλαδή νά χαραμίσεις τή ζωή σου τσάμπα, περιμένοντας τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Πέντε καί στό χέρι παρά δέκα καί καρτέρει».
Ἀλλά ἡ πραγματικότητα εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετη ὅπως μᾶς λέγει ὁ Κύριός μας σ’ αὐτήν τήν παραβολή.
- Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον.
 Ἀπαντάει ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ:
-Ἔχουν τόν Μωυσῆ καί τούς Προφῆτες, ἄν θέλουν ἄς τούς ἀκούσουν. Γιατί νά τόν στείλω;
- Γιατί, ἀπαντάει ὁ πλούσιος, ἔχω πέντε ἀδέρφια, ζοῦν ὅπως ζοῦσα ἐγώ, καί ἅμα συνεχίσουν αὐτή τή ζωή, θά πᾶνε στήν κόλαση. Ἀλλά, ἄν πάει κάποιος νά τούς τά πεῖ, κάποιος ἀπό τούς πεθαμένους, θά μετανοήσουν.
Λέει ὁ Ἀβραάμ:
 -Ἔχουν τόν Μωυσῆ καί τούς Προφῆτες. Ἄς τούς ἀκούσουν.
 Τί σημαίνει αὐτό;
Ἔχουν τήν Ἁγία Γραφή, ἔχουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐγκυρότερα.
Γιατί εἶναι ἐγκυρότερα; Ποιός μιλάει μέσα στό Εὐαγγέλιο; Ὁ Χριστός.
Γιατί μιλάει; Γιά ἕνα σωρό θέματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τί μνημονεύει; Ἕνα πλῆθος ἀπό θαύματα. Ποῖα θαύματα; Ἀνάσταση νεκρῶν. Μιά φορά; Εἶναι περισσότερες ἀπό δέκα οἱ ἀναστάσεις νεκρῶν, πού μνημονεύει μέσα ἡ Ἁγία Γραφή. «Ἄς τήν ἀκούσουν», λέει ὁ Ἀβραάμ καί «ἄς τήν διαβάσουν».
Ἄς μάθομε ἀδελφοί νά διαβάζομε ὅσο μποροῦμε περισσότερο τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο καί ἄς προσπαθοῦμε νά καταλαβαίνομε κάθε φορά τί μᾶς λέγει. Ἀμήν.-               
        
Αναρτήθηκε από: π. Βενέδικτο

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.