«Θεωρίες για το αυτιστικό μυαλό» (“Theories of the Autistic Mind”)


Μετάφραση Άρθρου του καθηγητή Simon Baron Cohen στο περιοδικό “the Psychologist”, το μηνιαίο περιοδικό της Βρετανικής Εταιρίας Ψυχολογίας (BPS-British Psychological Society), Φεβρουάριος 2008, vol 21 no 2, σελ. 112-116
Συγγραφέας: Simon Baron-Cohen*(βλέπε βιογραφία στο τέλος της σελίδας)*, νικητής του βραβείου της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας “President’s Award” με καριέρα στην έρευνα για τον αυτισμό και το σύνδρομο Ασπεργκερ
Εισαγωγή άρθρου:
Η πρόκληση είναι να εξηγήσουμε όλα τα χαρακτηριστικά του αυτισμού που απαντώνται στο κάθε ένα άτομο με αυτισμό ξεχωριστά. Μετά από 25 χρόνια προσεχτικών ερευνών, ο Simon Baron-Cohen καταλήγει ότι η τυφλότητα του μυαλού (mindblindness) ή αλλιώς η δυσκολία στην εμπάθεια μπορεί να εξηγήσει τις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες στον αυτισμό. Ενώ η νέα θεωρία της υπερ-συστηματοποίησης ('hyper-Systemizing') στον αυτισμό μπορεί να εξηγήσει τα δυνατά σημεία του αυτισμού όπως είναι η εξαιρετική προσοχή στην λεπτομέρεια και τα ασυνήθιστα περιορισμένα ενδιαφέροντα.

Ερωτήματα:
«Πως μπορεί κάποιος να προσδιορίσει τις διαφορές ανάμεσα σε άτομα με αυτισμό και χωρίς αυτισμό;»
«Και τι συνέπειες έχει αυτός ο προσδιορισμός  στην κλινική παρέμβαση και την ειδική εκπαίδευση;»
Κύριο Άρθρο:
Ο κλασικός αυτισμός και το σύνδρομο Άσπεργκερ μοιράζονται τρία βασικά διαγνωστικά χαρακτηριστικά: δυσκολίες στην κοινωνική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της επικοινωνίας  παράλληλα με ισχυρά, ασυνήθιστα, περιορισμένα ενδιαφέροντα και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Εφόσον η επικοινωνία εμπεριέχει πάντα και το κοινωνικό κομμάτι, θα ήταν πιο αποδοτικό να σκεφτούμε ότι ο αυτισμός και το σύνδρομο Άσπεργκερ μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά σε δύο ευρείες περιοχές: την κοινωνικό/επικοινωνιακή και τα περιορισμένα ενδιαφέροντα/επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Όσο για το διαφοροδιαγνωστικό στοιχείο μεταξύ των δύο (αυτισμός και σύνδρομο Ασπεργερ), η διάγνωση για σύνδρομο Ασπεργκερ απαιτεί το παιδί να έχει μιλήσει στην ώρα του και να έχει ένα δείκτη  ευφυΐας (ΙQ) στο μέσο όρο ή ανώτερο του μέσου όρου.
Σήμερα η έννοια του αυτιστικού φάσματος δεν ορίζεται πλέον ως ένας οξύς διαχωρισμός από την «κανονικότητα» (Wing, 1997). Ο πιο ευκρινής τρόπος να δούμε αυτήν την «κανονική» κατανομή των αυτιστικών χαρακτηριστικών είναι χρησιμοποιώντας τον Δείκτη Αυτιστικού Φάσματος (Autism Spectrum Quotient (or AQ) (Baron-Cohen et al., 2006; Baron-Cohen, Wheelwright, Skinner et al.,2001). Αυτό είναι ένα όργανο ανίχνευσης με τη μορφή ερωτηματολογίου, το οποίο συμπληρώνεται είτε από τον γονέα σχετικά με το παιδί τους, είτε από τον ίδιο τον ενήλικα σχετικά με τον εαυτό του (αν ο ενήλικας είναι «υψηλής λειτουργικότητας» ).  Υπάρχουν περίπου 50 αντικείμενα στο ερωτηματολόγιο, και όταν απευθύνεται σε μεγάλο πληθυσμό τα αποτελέσματα παρουσιάζουν μια «κανονική κατανομή». Οι περισσότεροι άνθρωποι χωρίς διάγνωση για αυτισμό σκοράρουν 0-25, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν μια διάγνωση για αυτισμό σκοράρουν 26-50. Από αυτούς που είναι μέσα στο φάσμα του αυτισμού, 80% σκοράρει πάνω από 32 και 99% πάνω από 26. Έτσι, ο Δείκτης Αυτιστικού Φάσματος (ΑQ), ξεκάθαρα διαχωρίζει  τις ομάδες – το 93% του γενικού πληθυσμού σκοράρει στο μέσο όρο του Δείκτη Αυτιστικού Φάσματος (AQ) ενώ το 99% των πληθυσμού με αυτισμό σκοράρει στο ανώτατο άκρο της κλίμακας αυτής.
Στον γενικό πληθυσμό, οι άντρες σκοράρουν ελαφρά (μα στατιστικά σημαντικά), υψηλότερα από τις γυναίκες. Ούτως ή άλλως, οι διαταραχές αυτιστικού φάσματος είναι πολύ πιο κοινές στους άντρες από ότι στις γυναίκες (ο κλασικός αυτισμός απαντάται σε 4 αγόρια για κάθε ένα κορίτσι και το σύνδρομο Άσπεργκερ σε 9 αγόρια για κάθε ένα κορίτσι) και αυτό μπορεί να υποδεικνύει ότι ο αριθμός των αυτιστικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου είναι συνδεδεμένος με ένα βιολογικό φυλετικό παράγοντα -γενετικό, ορμονικό ή και τα δυό. (Βaron-Cohen et al., 2005; Baron-Cohen et al., 2004). Αυτές οι δύο πτυχές - το αυτιστικό φάσμα και η πιθανότητα εξηγήσεων συνδεδεμένων με το φύλο- είναι η βάση της έρευνας και των θεωριών μου τα τελευταία χρόνια.
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΤΥΦΛΟΥ ΜΥΑΛΟΥ» (THE MINDBLINDNESS THEORY)
Στην αρχή της καριέρας μου, ερεύνησα την θεωρία ότι τα παιδιά με καταστάσεις αυτιστικού φάσματος καθυστερούσαν να αναπτύξουν τη θεωρία του νου (Theory of Mind (ToM): η ικανότητα να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου, να φανταστείς τις σκέψεις του και τα συναισθήματα του (Baron-Cohen, 1995; Baron-Cohen et al., 1985). Όταν διαβάζουμε το μυαλό του άλλου ή διαισθανόμαστε, δεν αντιλαμβανόμαστε μόνο την συμπεριφορά των άλλων (γιατί το κεφάλι τους έγειρε προς τον λαιμό τους; Γιατί τα μάτια τους κοίταξαν αριστερά;) αλλά φανταζόμαστε επίσης μια ολόκληρη γκάμα από διανοητικές καταστάσεις (είδαν κάτι ενδιαφέρον, ξέρουν κάτι ή θέλουν κάτι) κι έτσι προβλέπουμε τι είναι πιθανόν να κάνουν μετά.
H θεωρία του τυφλού μυαλoύ προτείνει ότι τα παιδιά με αυτισμό και Άσπεργκερ έχουν καθυστέρηση στην ανάπτυξη της θεωρίας του νου (ΤoM), γεγονός που τα αφήνει με κάποιους βαθμούς τυφλότητας του μυαλού.  Σαν συνέπεια, βρίσκουν τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων μπερδεμένη, απρόβλεπτη ακόμη και τρομακτική. Απόδειξη αυτής της κατάστασης είναι οι δυσκολίες που εμφανίζουν στο κάθε στάδιο της ανάπτυξης στην ικανότητα τους να «διαβάζουν το μυαλό» των άλλων.
Ένα τυπικό παιδί 14 μηνών δείχνει κοινή προσοχή (όπως το να δείχνει ή να ακολουθεί το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου),  κατά τη διάρκεια της οποίας όχι μόνο κοιτούν στο πρόσωπο και στα μάτια των άλλων αλλά δίνουν προσοχή στο τι ενδιαφέρει τα άλλα άτομα (Scaife & Bruner, 1975). Τα παιδιά με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ δείχνουν μειωμένη συχνότητα κοινής προσοχής κατά τη διάρκεια αυτής της ηλικίας (Swettenham et al., 1998).
Τα τυπικά παιδιά 24 μηνών συμμετέχουν σε παιχνίδια μίμησης, και χρησιμοποιώντας τις ικανότητες τους να διαβάζουν το μυαλό μπορούν να καταλάβουν ότι στο μυαλό του άλλου ατόμου, απλώς υποκρίνονται (Leslie, 1987). Τα παιδιά με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ εμφανίζουν λιγότερο παιχνίδι μίμησης  ή η συμμετοχή τους σε αυτό είναι περιορισμένη σε μορφές βασισμένες σε κανόνες. (Baron-Cohen, 1987)
Το τυπικό παιδί 3 ετών μπορεί να περάσει το «βλέποντας οδηγεί στη γνώση» τεστ: καταλαβαίνουν ότι το να αγγίξεις ελάχιστα ένα κουτί δεν αρκεί για να ξέρεις τι έχει μέσα (Pratt & Bryant, 1990). Τα παιδιά με αυτισμό και Σύνδρομο Άσπεργκερ καθυστερούν σε αυτό (Baron-Cohen & Goodhart, 1994).
Το τυπικό παιδί 4 ετών περνάει το τεστ «λανθασμένη-αντίληψη» : αναγνωρίζει πότε κάποιος έχει μια λανθασμένη αντίληψη για τον κόσμο (Wimmer & Perner, 1983). Τα περισσότερα παιδιά με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ καθυστερούν να περάσουν αυτό το τεστ (Baron-Cohen et al., 1985).
Η εξαπάτηση κατανοείται εύκολα από ένα τυπικό τετράχρονο (Sodian &Frith, 1992). Τα παιδιά με αυτισμό και Άσπεργκερ τείνουν να συμπεραίνουν ότι όλοι λένε την αλήθεια, και είναι πολύ πιθανό να σοκαριστούν από την ιδέα ότι οι άνθρωποι δεν εννοούν αυτό που λένε (Baron-Cohen, 1992; Βaron-Cohen, 2007a).
Το τυπικό εννιάχρονο μπορεί να καταλάβει τι μπορεί να πληγώσει τα  αισθήματα του άλλου και τι είναι καλύτερα να μην ειπωθεί –faux pas. Τα παιδιά με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ καθυστερούν περίπου 3 χρόνια σε αυτή την ικανότητα, παρόλο το φυσιολογικό δείκτη ευφυΐας (IQ)  (Baron-Cohen,O’Riordan et al., 1999).
Το τυπικό εννιάχρονο μπορεί να επεξεργαστεί τις εκφράσεις των άλλων ανθρώπων από τα μάτια τους, ώστε να καταλάβουν τι σκέφτονται ή τι νιώθουν. Τα παιδιά με αυτισμό και Άσπεργκερ τείνουν να βρίσκουν τέτοια τεστ πάρα πολύ πιο δύσκολα (Baron-Cohen,Wheelwright, Scahill et al., 2001), και το ίδιο ισχύει και όταν χρησιμοποιείται η ενήλικη εκδοχή αυτού του τεστ. Ενήλικες με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ σκοράρουν κάτω από το μέσο όρο σε αυτό το τεστ προχωρημένου διαβάσματος του μυαλού (mindreading)  (Baron-Cohen,Wheelwright, Hill et al.,2001).
Το δυνατό σημείο της θεωρίας του τυφλού μυαλού στον αυτισμό  είναι ότι εξηγεί τις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες στον αυτισμό και το σύνδρομο Άσπεργκερ και ότι εφαρμόζεται παγκόσμια σε όλα τα κατά μέρους άτομα με αυτισμό.  Το μειονέκτημα της είναι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει τα μη- κοινωνικά χαρακτηριστικά. Ένα δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι ενώ το «διάβασμα του μυαλού» (mindreading)  είναι ένα συστατικό της εμπάθειας, η πραγματική εμπάθεια απαιτεί επίσης μια συναισθηματική απόκριση στην  κατάσταση του νου του άλλου (Davis, 1994). Πολλοί άνθρωποι στο φάσμα του αυτισμού επίσης αναφέρουν ότι μπερδεύονται στο πως να να ανταποκριθούν στα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων (Grandin, 1996). Ένας τελευταίος περιορισμός της θεωρίας του τυφλού μυαλού  είτε ότι μια γκάμα κλινικών διαταραχών δείχνουν στοιχεία «τυφλού μυαλού», όπως οι ασθενείς με σχιζοφρένεια (Corcoran & Frith, 1997), ή ναρκισσιστικές και διαταραχές οριακής προσωπικότητας (Fonagy, 1989), ή παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς (Dodge, 1993), οπότε αυτό το χαρακτηριστικό μπορεί να μην είναι ειδικά στον αυτισμό ή το σύνδρομο Άσπεργκερ.
Οι δύο βασικοί τρόποι αναθεώρησης αυτής της θεωρίας ήταν να εξηγήσουμε της μη-κοινωνικές περιοχές με δύναμη από αναφορά σε ένα δεύτερο παράγοντα, και να διευρύνουμε την έννοια της θεωρίας του νου(ΤοΜ) ώστε να συμπεριλάβει και μια διάσταση συναισθηματικής αντιδραστικότητας.  Και οι δύο αυτές αναθεωρήσεις ήταν οι βάσεις για την ανάπτυξη της επόμενης θεωρίας.
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΑΘΕΙΑΣ-ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ (THE EMPATHISING-SYSTEMISING (E-S) THEORY)
Αυτή η νεότερη θεωρία εξηγεί τις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες στον Αυτισμό και το Σύνδρομο Άσπεργκερ με αναφορά σε καθυστερήσεις και ελλείψεις στην εμπάθεια, ενώ ταυτόχρονα εξηγεί τα δυνατά σημεία του αυτισμού με αναφορά σε άθικτες ή και ανώτερες ικανότητες στη συστηματοποίηση (systemizing) (Baron-Cohen, 2002)
Η θεωρία του νου (ΤοΜ) είναι απλά το γνωστικό περιεχόμενο της εμπάθειας. Το δέυτερο συστατικό της εμπάθειας είναι το στοιχείο της απόκρισης: το να έχεις μια κατάλληλη συναισθηματική αντίδραση στις σκέψεις και τα αισθήματα ενός άλλου ανθρώπου.  Αυτό αναφέρεται στην συναισθηματική εμπάθεια (ή αλλιώς γνωστή στα ελληνικά ως συναισθηματική νοημοσύνη)(Davis, 1994). Στον Δείκτη Εμπάθειας / Empathy Quotient(EQ), ένα ερωτηματολόγιο που είτε συμπληρώνεται από ενήλικες για τον εαυτό τους , είτε από γονέα για το παιδί, αξιολογούνται τόσο η γνωστική εσνσυναίσθηση όσο και η συναισθηματική ενσυναίσθηση. Σε αυτή την κλίμακα, τα άτομα με διαταραχές αυτιστικού φάσματος σκοράρουν χαμηλότερα από τις ομάδες σύγκρισης.
Σύμφωνα με την θεωρία της ενσυναίσθησης –συστηματοποίησης  (empathising-systemising (E-S) theory), ο αυτισμός και το σύνδρομο Άσπεργκερ εξηγούνται καλύτερα όχι μόνο με αναφορά στην ενσυναίσθηση (που είναι κάτω από το μέσο όρο) αλλά επίσης με αναφορά και σε ένα δεύτερο ψυχολογικό παράγοντα (συστηματοποίηση/systemising), που είναι είτε στο μέσο όρο ή πάνω από το μέσο όρο. Οπότε είναι η ασυμφωνία μεταξύ του Ε (Empathising –Ενσυναίσθηση) και του S (Systemising –Συστηματοποίηση) που καθορίζει αν είναι πιθανό να  αναπτύξετε μια κατάσταση φάσματος του αυτισμού.  Για να κατανοήσουμε αυτή τη θεωρία χρειάζεται να στραφούμε στον δεύτερο παράγοντα, την έννοια της «συστηματοποίησης» (systemizing)  -  η έμφυτη τάση να αναλύσεις ή να κατασκευάσεις οποιοδήποτε είδος συστήματος.  Αυτό που καθορίζει ένα «σύστημα» είναι ότι ακολουθεί κανόνες, και λέμε ότι «συστηματοποιούμε /sytemise»  όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε  τους κανόνες που διέπουν ένα σύστημα, προκειμένου να προβλέψουμε πως θα συμπεριφερθεί αυτό το σύστημα.  (Baron-Cohen, 2006).
Αυτά είναι μερικά από τα κυριότερα είδη συστημάτων:
•    Συλλεκτικά συστήματα (πχ. κατηγοριοποίηση μεταξύ διαφόρων ειδών πετρών ή ξύλων)
•    Μηχανικά συστήματα (πχ μια συσκευή καταγραφής βίντεο ή μια κλειδαριά παραθύρου)
•    Αριθμητικά συστήματα (πχ ένα χρονοδριάγραμμα με τα δρομολόγια των τρένων ή ένα ημερολόγιο)
•    Αφηρημένα συστήματα (πχ η σύνταξη μια γλώσσας ή η μουσική σημειογραφία)
•    Φυσικά συστήματα (πχ καιρικά φαινόμενα ή παλιρροιακά μοτίβα)
•    Κοινωνικά συστήματα (πχ ιεραρχία της διοίκησης ή μια ρουτίνα χορού με έναν συγκεκριμένο παρτενέρ)
•    Κινητικά συστήματα (πχ. το πέταγμα ενός φρίσμπι)
(Λεζάντα εικόνας: Κάποιοι άνθρωποι έχουν την φυσική τάση να αναλύουν φυσικά συστήματα όπως πχ οι παλίρροιες.)
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, συστηματοποιείτε με το να εξετάζετε κανονικότητες (ή δομή) και κανόνες. Οι κανόνες τείνουν να εξάγονται μελετώντας πότε το Ά με το Β συνδέονται με ένα συστηματικό τρόπο.  Η απόδειξη ότι στον αυτισμό έχουμε άψογη ή και ακόμα ασυνήθιστα έντονη συστηματοποίηση, σύμφωνα με μία μελέτη, είναι ότι αυτά τα παιδιά είχαν επίδοση πάνω από αυτό που θα περίμενε κάποιος σε ένα τεστ φυσικής. (Baron-Cohen, Wheelwright et al., 2001).
Παιδία 8-11 ετών με σύνδρομο Άσπεργκερ σκόραραν υψηλότερα από τις ομάδες σύγκρισης που ήταν μάλιστα μεγαλύτερης ηλικίας (έφηβοι τυπικής ανάπτυξης ). Μια δεύτερη πηγή απόδειξης είναι οι έρευνες στις οποίες χρησιμοποιείται ο Δείκτης Συστηματοποίησης / Systemizing Quotient (SQ). Όσο υψηλότερα σκοράρεις σε αυτό, τόσο ισχυρότερη είναι η τάση σου να συστηματοποιείς.  Άτομα με υψηλής λειτουργικότητας αυτισμό  ή Σύνδρομο Ασπεργκερ σκοράρουν υψηλότερα στον Δείκτη Συστηματοποίησης / Systemizing Quotient (SQ) από τα άτομα του γενικού πληθυσμού (Baron-Cohen et al., 2003).  Τα παραπάνω τεστ της συστηματοποίησης, σχεδιάστηκαν για ενήλικες με σύνδρομο Άσπεργκερ, όχι κλασικό αυτισμό. Ωστόσο, παιδιά με κλασικό αυτισμό, αποδίδουν καλύτερα από τις ομάδες ελέγχου στο τεστ αλληλουχίας εικόνων (Picture Sequencing Test) , όπου οι ιστορίες αλληλουχούνται με βάση φυσικές –αιτιώδεις έννοιες.  (Baron-Cohen et al., 1986).  Σκοράρουν επίσης υψηλότερα σε ένα τεστ όπου καλούνται να καταλάβουν πως λειτουργεί μια κάμερα Polaroid ( (Leslie & Thaiss, 1992), παρόλο που έχουν δυσκολίες να καταλάβουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων. (Baron-Cohen et al., 1985; Perner et al., 1989). Και τα δύο αυτά είναι απόδειξη της άψογης ή και ακόμη έντονης συστηματοποίησης τους. Το δυνατό σημείο της θεωρίας Ε-S (Empathizing-Systemizing / Εμπάθεια-Συστηματοποίηση) είναι ότι είναι μια θεωρία 2 παραγόντων που μπορεί να εξηγήσει το σύμπλεγμα τόσο των κοινωνικών όσο και των μη-κοινωνικών χαρακτηριστικών στις καταστάσεις αυτιστικού φάσματος. Η εμπάθεια κάτω του μέσου όρου είναι ένας απλός τρόπος για να εξηγήσουμε τις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες, ενώ η συστηματοποίηση στο μέσο ή πάνω από το μέσο όρο είναι ένας τρόπος για να εξηγήσουμε τα περιορισμένα ενδιαφέροντα, την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά και την αντίσταση στην αλλαγή / ανάγκη για ομοιομορφία. Αυτό επειδή όταν συστηματοποιείς είναι εύκολο να διατηρήσεις τα πάντα ίδια, και να αλλάζεις μόνο ένα πράγμα τη φορά. Με αυτόν τον τρόπο, μπορείς να δεις τι το προκαλεί αυτό, καθιστώντας τον κόσμο προβλέψιμο.
Όταν αυτή η θεωρία πρωτοεμφανίστηκε, μια κριτική που έλαβε ήταν ότι θα μπορούσε μόνο να εφαρμοστεί σε άτομα με αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας και Σύνδρομο Άσπεργκερ.  Ενώ οι επικριτές έβλεπαν καθαρά πως οι εμμονές των ατόμων αυτών (με τους υπολογιστές  ή τα μαθηματικά για παράδειγμα ) αποτελούσαν ισχυρή συστηματοποίηση (Baron –Cohen),  δεν ήταν σίγουροι ότι  αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στα άτομα με χαμηλή λειτουργικότητα...Ωστόσο, όταν σκεφτούμε ένα παιδί με αυτισμό, οι περισσότερες από τις κλασικές συμπεριφορές του μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισχυρή συστηματοποίηση (βλέπε των πίνακα παρακάτω με τα αντίθετα)
Πίνακας
Παραδείγματα συστηματοποίσης στον κλασικό αυτισμό και το σύνδρομο Ασπεργκερ (πλάγια γραφή)


    Κλασικός Αυτισμός    Σύνδρομο Ασπεργκερ
Αισθητηριακή Συστηματοποιήση    Χτυπά επιφάνειες ή αφήνει άμμο να περνά ανάμεσα από τα δάκτυλα του     Επιμένει να τρώει τα ίδια φαγητά κάθε μέρα
Κινητική Συστηματοποίηση    Περιστρέφεται γύρω-γύρω, ή κουνιέται ρυθμικά πίσω-εμπρός    Μαθαίνει μοτίβα πλεξίματος ή τεχνικές στο τένις
Συστηματοποίηση Συλλογής    Κάνει συλλογή από φύλλα ή αυτοκόλλητα    Κάνει λίστες και καταλόγους
Αριθμητική Συστηματοποίηση    Εμμονές με τα ημερολόγια ή τα δρομολόγια των τρένων    Λύνουν μαθηματικά προβλήματα
Συστηματοποίησης Κίνησης    Παρακολουθούν το πλυντήριο να γυρίζει γύρω γύρω    Αναλύουν με ακρίβεια πότε ένα συγκεκριμένο γεγονός συμβαίνει σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο
Χωροταξική Συστηματοποίηση    Εμμονές με τους δρόμους –διαδρομές    Αναπτύσσουν τεχνικές ζωγραφικής
Περιβαλλοντική Συστηματοποίηση    Επιμένει τα τουβλάκια να είναι παρατεταγμένα σε μια αμεταβλητη σειρά    Επιμένουν να μην μετακινείται τίποτα από την κανονική του θέση
Κοινωνική Συστηματοποίηση    Λέει το πρώτο μέρος μια φράσης ή πρότασης και περιμένει το άλλο άτομο να την ολοκληρώσει    Επιμένει να παίζει πάντα το ίδιο παιχνίδι όταν ένα παιδί έρχεται να παίξουν
Φυσική Συστηματοποίηση    Ρωτάει ξανά και ξανά τι καιρό θα έχει σήμερα    Μαθαίνει το λατινικό όνομα κάθε φυτού και τις βέλτιστες συνθήκες καλλιέργειας τους
Μηχανική Συστηματοποίηση    Μαθαίνει να χειρίζεται το VCR    Φτιάχνει ποδήλατα ή λύνει και δένει εξαρτήματα (συσκευές)
Φωνητική / Ακουστική / Λεκτική Συστηματοποίηση    Ηχολαλεί (Μιμείται ήχους)    Συλλέγει λέξεις, και ορισμούς λέξεων
Συστηματοποίση στην αλληλουχία δράσεων    Βλέπει το ίδιο βίντεο ξανά και ξανά    Αναλύει τεχνικές χορού
Μουσική Συστηματοποίηση    Παίζει τον ίδιο ρυθμό ξανά και ξανά    Αναλύει τη μουσική δομή ενός τραγουδιού
Όπως και η θεωρία της αδύναμης κεντρικής συνοχής (weak central coherence (WCC))(Frith, 1989), έτσι και η θεωρία E-S ( εμπάθειας-συστηματοποίησης)( the empathising-systemising (e-s) theory) μιλά για ένα διαφορετικό γνωστικό στιλ (Happé, 1996). Όπως και αυτή η θεωρία, επίσης προϋποθέτει την προσοχή στην λεπτομέρεια (σε αντίληψη και μνήμη), αφού όταν συστηματοποιείς  χρειάζεται να δίνεις προσοχή στις μικροσκοπικές λεπτομέρειες.  Αυτό γιατί κάθε μικρή λεπτομέρεια σε ένα σύστημα μπορεί να έχει έναν λειτουργικό ρόλο. Η εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια στον αυτισμό έχει αποδειχθεί επανειλημμένα. (Jolliffe & Baron-Cohen,2001; O’Riordan et al., 2001; Shah & Frith,1983, 1993).  Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεωρίες είναι ότι ενώ η θεωρία της αδύναμης κεντρικής συνοχής (WCC) βλέπει τα άτομα με καταστάσεις αυτιστικού φάσματος να ρέπουν στην λεπτομερή πληροφόρηση (κάποιες φορές καλείται τοπική επεξεργασία) για αρνητικούς λόγους ( μια υποτιθέμενη αδυναμία ολοκλήρωσης), η Ε-S (Ενσυναίσθηση-Συστηματοποίηση) βλέπει πως η ίδια ιδιότητα (εξαιρετική προσοχή στην λεπτομέρεια) είναι ιδιαίτερα σκόπιμη: υπάρχει με σκοπό την κατανόηση ενός συστήματος. Η προσοχή στην λεπτομέρεια λαμβάνει χώρα για θετικούς λόγους: με σκοπό την κατάκτηση της υπέρτατης κατανόησης ενός συστήματος. (άσχετα του πόσο μικρό ή συγκεκριμένο μπορεί να είναι το σύστημα).

Ενώ η θεωρία της αδύναμης κεντρικής συνοχής (WCC) προβλέπει ότι τα άτομα με αυτισμό θα είναι για πάντα χαμένα στην λεπτομέρεια, χωρίς ποτέ να κατορθώσουν να κατανοήσουν το σύστημα  ως σύνολο (αφού αυτό θα απαιτούσε μια σφαιρική αντίληψη), η Ε-S θεωρία προβλέπει ότι με τον καιρό, το άτομο μπορεί να κατορθώσει μια εξαιρετική κατανόηση ολόκληρου του συστήματος, αν του δοθεί η ευκαιρία να παρατηρήσει και να ελέγξει τις μεταβλητές του συστήματος. Η ύπαρξη ταλαντούχων μαθηματικών με σύνδρομο Άσπεργκερ, όπως ο Richard Borcherds, είναι απόδειξη ότι τέτοια άτομα μπορούν να ενοποιήσουν τις λεπτομέρειες σε μία πλήρη κατανόηση του συστήματος. (Baron-Cohen, 2003). Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρία της εκτελεστικής δυσλειτουργίας (ED) (e.g. Ozonoff et al., 1991), έχει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες στο να εξηγήσει περιπτώσεις καλής κατανόησης του όλου συστήματος, όπως πχ οι ημερολογιακοί υπολογισμοί, ή ακόμη γιατί οι λεγόμενες «εμμονές» στον αυτισμό και το σύνδρομο Άσπεργκερ είναι επικεντρωμένες μόνο στα συστήματα.  

Έτσι, όταν το άτομο χαμηλής λειτουργικότητας με κλασικό αυτισμό κουνάει ένα κομμάτι σπάγκο χίλιες φορές κοντά στα μάτια του, ενώ η θεωρία της εκτελεστικής δυσλειτουργίας (ED) το βλέπει αυτό ως εμμονή που προέρχεται από κάποια νευρολογική δυσλειτουργία που κανονικά θα επέτρεπε στο άτομο να εναλλάσσει την προσοχή του, η θεωρία Ε-S βλέπει αυτή τη συμπεριφορά ως ένα σημάδι ότι το άτομο κατανοεί την φυσική της κίνησης αυτού του σπάγκου. Μπορεί να είναι ικανό να το κάνει να κινείται με τον ακριβώς ίδιο τρόπο κάθε φορά. Όταν κάνει μια μακρά, γρήγορη αλληλουχία ήχων, μπορεί να γνωρίζει ακριβώς το ακουστικό μοτίβο, και να παίρνει κάποια ικανοποίηση από την επιβεβαίωση ότι η αλληλουχία είναι η ίδια κάθε φορά. Όπως ένας μαθηματικός μπορεί να νιώθει μια υπέρτατη αίσθηση ικανοποίησης από τη «χρυσή αναλογία», έτσι το παιδί –ακόμη και με χαμηλής λειτουργικότητας αυτισμό- που παράγει το ίδιο αποτέλεσμα κάθε φορά με την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του, φαίνεται να αντλεί κάποια συναισθηματική ευχαρίστηση στην προβλεψιμότητα του κόσμου.  Αυτό μπορεί να είναι αυτό που κλινικά αποκαλείται «στερεοτυπίες»(stimming)(Wing, 1997).

ΑΥΤΙΣΜΟΣ:

Ο αυτισμός αρχικά περιγράφηκε ως «αντίσταση στην αλλαγή» και «ανάγκη ομοιομορφίας» (Kanner, 1943), και εδώ βλέπουμε ότι η σημαντική κλινική παρατήρηση μπορεί να είναι το σήμα κατατεθέν της ισχυρής συστηματοποίησης. Ένα τελικό πλεονέκτημα της θεωρίας E-S είναι ότι μπορεί να εξηγήσει αυτό που μερικές φορές φαίνεται ως ανικανότητα του ατόμου να «γενικεύσει» στις καταστάσεις αυτιστικού φάσματος.  (Plaisted et al., 1998; Rimland, 1964; Wing, 1997). Σύμφωνα με την E-S θεωρία, αυτό ακριβώς θα περίμενε κανείς από ένα άτομο που προσπαθεί να καταλάβει κάθε σύστημα ως μοναδικό σύστημα. Ένας καλό συστηματιστής είναι διαχωριστής,  όχι στοιβαχτής, αφού το να στοιβάζει πράγματα μαζί μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια διαφορών-κλειδιών που θα επέτρεπαν να προβλέψει πως αυτά τα δύο πράγματα συμπεριφέρονται διαφορετικά.  

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚΡΑΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΚΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ
Η θεωρία Ε-S έχει επεκταθεί στην θεωρία αυτισμού του ακραίου αρσενικού εγκεφάλου (extreme male brain-EMB) (Baron-Cohen, 2002). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν σαφείς διαφορές φύλου όσον αφορά την ενσυναίσθηση (τα θηλυκά έχουν καλύτερες επιδόσεις σε πολλά τέτοια τεστ) και στη συστηματοποίηση (τα αρσενικά έχουν καλύτερες επιδόσεις σε πολλά τέτοια τεστ). Ο αυτισμός και το Σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακραία παραλλαγή του τυπικού αρσενικού προφίλ, μια άποψη που προτάθηκε αρχικά από τον παιδίατρο Hans Asperger.  Για να καταλάβει κανείς πως αυτή η θεωρία είναι απλά μια επέκταση της Ε-S θεωρίας, χρειάζεται να καταλάβει ότι αυτή η θεωρία θέτει δύο διαστάσεις (το S για τη συστηματοποίηση και το Ε για την Ενσυναίσθηση) στις οποίες παρατηρούνται μεμονωμένες διαφορές στον πληθυσμό.

Όταν συνδυάζεις αυτά, πέντε διαφορετικοί τύποι εγκεφάλων προκύπτουν:

-    Τύπος Ε (Ε>S): άτομα που η ενσυναίσθηση τους είναι υψηλότερη από τη συστηματοποίηση
-    Τύπος S (S>E): άτομα που η συστηματοποίηση τους είναι υψηλότερη από την ενσυναίσθηση
-    Τύπος Β (S=E): άτομα που η ενσυναίσθηση τους είναι τόσο καλή (ή τόσο κακή) όσο και η συστηματοποίηση (Το Β είναι για το «balanced»  -ισσοροπημένος)
-    Ακραίος τύπος Ε (Ε>>S): άτομα που η ενσυναίσθηση τους είναι πάνω από το μέσο όρο, αλλά έχουν προβλήματα με τη συστηματοποίηση
-    Ακραίος τύπος S (S>>E): άτομα που η συστηματοποίηση τους είναι πάνω από το μέσο όρο, αλλά έχουν προβλήματα με την ενσυναίσθηση

Το μοντέλο Ε-Σ προβλέπει ότι τα περισσότερα θηλυκά έχουν εγκέφαλο τύπου Ε, και τα περισσότερα αρσενικά έχουν εγκέφαλο τύπου S.  Τα άτομα με καταστάσεις αυτιστικού φάσματος, αν είναι ένα ακραίο του αρσενικού εγκεφάλου, αναμένεται πιθανότερο να έχουν εγκέφαλο ακραίου τύπου S. Αν κάποιος μετρήσει στον γενικό πληθυσμό την ενσυναίσθηση και τη συστηματοποίηση (ΕQ και SQ κλίμακες), τα αποτελέσματα ταιριάζουν σε αυτό το μοντέλο αρκετά καλά. Η πλειοψηφία των αρσενικών (54%) έχουν εγκέφαλο τύπου S ενώ το μεγαλύτερο μέρος των γυναικών (44%) έχουν εγκέφαλο τύπου Ε, και η πλειοψηφία των ατόμων με αυτισμό και σύνδρομο Άσπεργκερ(65%) έχουν εγκέφαλο τύπου ακραίου αρσενικού εγκεφάλου (Goldenfeld et al., 2005).
Εκτός από τις αποδείξεις από τους δείκτες SQ και ΕQ, υπάρχει και άλλη απόδειξη που υποστηρίζει την θεωρία του ακραίου αρσενικού εγκεφάλου. Σύμφωνα με τα τεστ εμπάθειας, το faux-pas τεστ, όπου ένα παιδί πρέπει να αναγνωρίσει πότε κάποιος είπε κάτι που θα μπορούσε να πληγώσει τον άλλον, τα κορίτσια αναπτύσσονται τυπικά σε αυτό γρηγορότερα από τα αγόρια, και τα παιδιά με αυτισμό αργότερα από τα τυπικά αγόρια. (Baron-Cohen et al., 1999).
Στο τεστ «Διαβάζοντας το μυαλό στα μάτια», κατά μέσο όρο οι γυναίκες σκοράρουν υψηλότερα από τους άνδρες, και τα άτομα με αυτισμό σκοράρουν ακόμη χαμηλότερα από τους τυπικούς άνδρες. (Baron-Cohen et al., 1997). Σύμφωνα με τεστ προσοχής στην λεπτομέρεια, σε τεστ με Ενσωματωμένα σχήματα (Embedded Figures Test), όπου κάποιος πρέπει να βρει ένα σχήμα στόχο όσο πιο γρήγορα μπορεί, κατά μέσο όρο τα αρσενικά είναι γρηγορότερα από τα θηλυκά, και τα άτομα με αυτισμό είναι ακόμη πιο γρήγορα από τα τυπικά αρσενικά άτομα  (Jolliffe & BaronCohen,1997). Πρόσφατα, η θεωρία του ακραίου αρσενικού εγκεφάλου έχει επεκταθεί στο επίπεδο της νευρολογίας, με μερικά ενδιαφέροντα ευρήματα να κάνουν την εμφάνιση τους (Baron-Cohen et al., 2005). Ακόμη, σε περιοχές του εγκεφάλου που κατά μέσο όρο είναι μικρότερες στα αρσενικά σε σχέση με τα θηλυκά (πχ πρόσθιος φλοιός προσαγωγίου (anterior cingulate), άνω κροταφική έλικα (superior temporal gyrus), προμετωπιαίος φλοιός και θάλαμος (prefrontal cortex and thalamus)), τα άτομα με αυτισμό έχουν ακόμη μικρότερες τις περιοχές αυτές σε σχέση με τα τυπικά αρσενικά. Σε αντίθεση,  περιοχές του εγκεφάλου που κατά μέσο όρο είναι μεγαλύτερες στα αρσενικά από ότι στα θηλυκά (πχ. αμυγδαλή και παρεγκεφαλίτιδα (amygdala and cerebellum), στα άτομα με αυτισμό αυτές οι περιοχές είναι ακόμη μεγαλύτερες από ότι των τυπικών αρσενικών. Επίσης, ο αρσενικός εγκέφαλος κατά μέσο όρο είναι μεγαλύτερος από των θηλυκών, και στα άτομα με αυτισμό έχει βρεθεί ότι οι εγκέφαλοι τους είναι ακόμη μεγαλύτεροι και από τα τυπικά αρσενικά. Δεν υποστηρίζουν όλες οι έρευνες αυτό το μοτίβο, αλλά κάποιες το κάνουν, και θα είναι σημαντικό να μελετήσουμε τέτοια μοτίβα περισσότερο.
Συνοπτικά, η θεωρία EMB (Ακραίου Αρσενικού Εγκεφάλου) είναι σχετικά καινούρια και ίσως είναι σημαντική στο να καταλάβουμε γιατί περισσότερα αρσενικά αναπτύσσουν αυτισμό ή Σύνδρομο Άσπεργκερ από ότι αναπτύσσουν τα θηλυκά. Παραμένει σε ανάγκη για περαιτέρω εξέταση. Επεκτείνει την θεωρία Ε-Σ(Ενσυναίσθηση-Συστηματοποίηση) η οποία έχει την δύναμη να εξηγήσει όχι μόνο τα κοινωνικό επικοινωνιακά ελλείμματα στις καταστάσεις αυτιστικού φάσματος, αλλά επίσης το ανομοιόμορφο γνωστικό προφίλ, την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, τις διάσπαρτες ικανότητες,  τις εξαιρετικές δεξιότητες (savant skills), και τα ασυνήθιστα περιορισμένα ενδιαφέροντα που είναι κομμάτι της ατυπικής νευρολογίας αυτής της κατηγορίας του πληθυσμού. Η Ε-Σ θεωρία έχει επιπτώσεις στην παρέμβαση, όπως ήδη γίνεται προσπάθεια να συστηματοποιηθεί η εμπάθεια, παρουσιάζοντας τα συναισθήματα σε μια φιλική για τον αυτισμό μορφή (Baron-Cohen,2007b; Golan et al., 2006). Τελικά, η Ε-Σ θεωρία Finally, the E-S, αποστιγματοποιεί τον Αυτισμό και το Σύνδρομο Άσπεργκερ, σχετίζοντας τα με διακριτές διαφορές που συναντάμε σε όλο τον πληθυσμό (μεταξύ των φύλων και μέσα στα 2 φύλα), από το να τα παρουσιάζει ως κατηγορηματικά διαφορετικά  ή μυστήρια.
Πηγές Άρθρου:
www.autismresearchcentre.com
www.researchautism.org
www.nas.org.uk
Baron-Cohen, S. (2003). The essential difference.
Harmondsworth: Penguin.

Αναφορές:
Baron-Cohen, S. (1987). Autism and symbolic play. British Journal of Developmental Psychology, 5, 139–148.
Baron-Cohen, S. (1992). Out of sight orout of mind: Another look at deception in autism. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 33, 1141–1155.
Baron-Cohen, S. (1995). Mindblindness: i dh f id Baron-Cohen, S. (2002). The extreme male brain  τheory of autism. Trends in Cognitive Science, 6, 248–254.
Baron-Cohen, S. (2003). The essential difference: Men, women and the extreme male brain. London:
Penguin.
Baron-Cohen, S. (2006). The hypersystemizing, assortative mating h fi P i Biological Psychiatry, 30, 865–872.
Baron-Cohen, S. (2007a). I cannot tell a lie. In Character, 3, 52–59.
Baron-Cohen, S. (2007b).  Τransported into a world of emotion. ThePsychologist, 20, 76–77.
Baron-Cohen, S. & Goodhart, F. (1994). The "seeing leads to knowing" deficit in autism: The Pratt and Bryant b Bii hJ l f 397–402.
Baron-Cohen, S., Hoekstra, R.A., Knickmeyer, R. & Wheelwright, S. (2006). The Autism-Spectrum Quotient (AQ)-Adolescent version. Journal of Autism & Developmental Disorders, 36, 343–350.
Baron-Cohen, Jolliffe, T., Mortimore, C. & Robertson, M. (1997). Another adults with autism or Asperger Syndrome. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 38, 813–822.
Baron-Cohen, S., Knickmeyer, R. & Belmonte, M.K. (2005). Sex differences in the brain: Implications for explaining autism. Science, 310, 819–823. B C h S L li A M & F ith U 'theory of mind'? Cognition, 21, 37–46.
Baron-Cohen, S., Leslie, A.M. & Frith, U. (1986). Mechanical, behavioural and Intentional understanding of picture stories in autistic children. British Journal of Developmental Psychology, 4, 113–125.
Baron-Cohen, S., Lutchmaya, S. & Knickmeyer, R. (2004). Prenatal t t t i i d A i ti fl id MIT/Bradford Books. Baron-Cohen, S., O'Riordan, M., Jones, R., Stone, V. & Plaisted, K. (1999). A new test of social sensitivity. Journal of Autism and Developmental Disorders, 29, 407–418.
Baron-Cohen, S., Richler, J., Bisarya, D., Gurunathan, N. & Wheelwright, S. (2003). The Systemising Quotient (SQ) Phil hi l T ti f th Baron-Cohen, S., Wheelwright, S., Hill, J., Raste, Y. & Plumb, I. (2001). The 'Reading the Mind in the Eyes' Test revised version. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 42, 241–252.

Baron-Cohen, S., Wheelwright, S., Scahill, V., Lawson, J. & Spong, A. (2001). Are intuitive physics and i t iti h l Learning Disorders, 5, 47–78. Baron-Cohen, S., Wheelwright, S., Skinner, R., Martin, J. & Clubley, E. (2001). The Autism Spectrum Quotient (AQ). Journal of Autism and Developmental Disorders, 31, 5–17.
Baron-Cohen, S., Wheelwright, S., Stone, V. & Rutherford, M. (1999). A mathematician, a physicist, and a computer scientist with Asperger psychology and folk physics test. Neurocase, 5, 475–483.
Corcoran, R. & Frith, C. (1997). Conversational conduct and the symptoms of schizophrenia. Cognitive Neuropsychiatry, 1, 305–318. Davis, M.H. (1994). Empathy: A social psychological approach. Boulder, CO: Westview Press. Dodge K A (1993) Social cognitive conduct disorder and depression. Annual Review of Psychology, 44, 559–584.
Fonagy, P. (1989). On tolerating mental states: Theory of mind in borderline personality. Bulletin of the Anna Freud Centre, 12, 91–115.
Frith, U. (1989). Autism: Explaining the enigma. Oxford: Blackwell. Golan O Baron Cohen S Wheelwright empathy: Teaching adults with Asperger syndrome to recognise complex emotions using interactive multi-media. Development and Psychopathology, 18, 589–615.
 Goldenfeld, N., Baron-Cohen, S. & Wheelwright, S. (2005). Empathizing and systemizing in males, females and autism. Clinical Neuropsychiatry
Vancouver, WA: Vintage Books. Happé, F. (1996). Autism. London: UCL Press. Jolliffe, T. & Baron-Cohen, S. (1997). Are people with autism or Asperger's syndrome faster than normal on the Embedded Figures Task? Journal of Child Psychology and Psychiatry, 38, 527–534.
 Jolliffe T & Baron-Cohen S (2001) A adults with high functioning autism or Asperger syndrome integrate fragments of an object. Cognitive Neuropsychiatry, 6, 193–216.
 Kanner, L. (1943). Autistic disturbance of affective contact. Nervous Child, 2, 217–250. Leslie, A.M. (1987). Pretence and representation: the origins of ‘theory of mind’ Psychological Review 94 Leslie, A.M. & Thaiss, L. (1992). Domain specificity in conceptual development: Neuropsychological evidence from autism. Cognition, 43, 225–251.
O'Riordan, M., Plaisted, K., Driver, J. & Baron-Cohen, S. (2001). Superior visual search in autism. Journal of Experimental Psychology: Human Perception and Performance, 27, 719–730 (1991). Executive function deficits in high-functioning autistic children: relationship to theory of mind. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 32, 1081–1106.
 Perner, J., Frith, U., Leslie, A.M. & Leekam, S. (1989). Exploration of the autistic child’s theory of mind: Knowledge, belief, and communication Child Development
Plaisted, K., O'Riordan, M. & BaronCohen, S. (1998). Enhanced visual search for a conjunctive target in autism. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 39, 777–783.
Pratt, C. & Bryant, P. (1990). Young children understand that looking leads to knowing (so long as they are looking into a single barrel). Child D l t 61 973 983 syndrome and its implications for a neural theory of behaviour. New York: Appleton-Century-Crofts. Scaife, M. & Bruner, J. (1975). The capacity for joint visual attention in the infant. Nature, 253, 265–266.
 Shah, A. & Frith, U. (1983). An islet of ability in autism. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 24, 613–620. Sh h A & F ith U (1993) Wh d performance on the block design test? Journal of Child Psychology and Psychiatry, 34, 1351–1364.
Sodian, B. & Frith, U. (1992). Deception and sabotage in autistic, retarded, and normal children. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 33, 591–606.
Swettenham, J., Baron-Cohen, S., Ch T t l (1998) Th spontaneous attention shifts between social and non-social stimuli in autistic, typically developing, and non-autistic developmentally delayed infants. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 9, 747–753.
Wimmer, H. & Perner, J. (1983). Beliefs about beliefs. Cognition, 13, 103–128.


*Σύντομο Βιογραφικό του καθηγητή Simon Baron Cohen
Ο Simon Baron-Cohen είναι καθηγητής της Αναπτυξιακής Ψυχοπαθολογίας του Πανεπιστήμιου του Κέμπριτζ στην Αγγλία και συνεργάτης στο Trinity College του Κέμπριτζ. Είναι Διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Αυτισμού (Autism Research Centre /ARC) [https://www.autismresearchcentre.com/] στο Κέμπριτζ της Αγγλίας. Έχει πτυχίο στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες  από το New College της Οξφόρδης, διδακτορικό στην Ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο UCL και Μάστερ στην Κλινική Ψυχιατρική από το Ινστιτούτο Ψυχιατρικής του King College στο Λονδίνο. Έχει επίσης θέση καθηγητή σε όλα τα ανωτέρω τμήματα. Είναι συγγραφέας των :
•    «Τυφλότητα του μυαλού» (Mindblindness)
•    «Η βασική διαφορά» (The Essential Difference)
•    «Προγεννητική Τεστοστερόνη στο μυαλό» (Prenatal Testosterone in Mind)
•    «Μηδέν Βαθμοί Εμπάθειας» (Zero Degrees of Empathy)
 Έχει επεξεργαστεί ακαδημαϊκές ανθολογίες συμπεριλαμβανομένων των:
•    «Κατανοώντας τα άλλα μυαλά» (Understanding Other Minds)  
•    «Συναισθησία» (Synesthesia) και το
•    «Το δυσανάλογο μυαλό» (The Maladapted Mind)
Έχει γράψει βιβλία για γονείς και δασκάλους παιδιών με Αυτισμό και Σύνδρομο Ασπεργκερ όπως «Τα δεδομένα» (The Facts) και «Διδάσκοντας παιδιά με αυτισμό να διαβάζουν το μυαλό» (Teaching Children with Autism to Mindread). Έχει εγκωμιάσει τον αυτισμό στο «Ένα ακριβές μυαλό» (An Exact Mind). Είναι επίσης δημιουργός μιας σειράς από DVD με τίτλο «Διαβάζοντας το μυαλό(των άλλων)» (Mind Reading) και «οι  Διαμετακομιστές» (The Transporters) για να βοηθήσει παιδιά με αυτισμό να μάθουν να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα. Και οι δύο σειρές βραβεύθηκαν με τα βραβείο BAFTA (Βραβείο Βρετανικής Ακαδημίας Kινηματογράφου). Είναι συγγραφέας περισσότερων από 450 επιστημονικών αρθρών και διατριβών και έχει επιβλέψει τουλάχιστον 32 διδακτορικούς φοιτητές.
Το 1985 ο Baron-Cohen διατύπωσε και έκανε έρευνα πάνω στη θεωρία του «τυφλού μυαλού» στον αυτισμό (the ‘mindblindness’ theory of autism)
Το  1997 διατύπωσε και έκανε έρευνα πάνω στη θεωρία των «εμβρυακών στεροειδών του φύλου» στον αυτισμό  (the ‘fetal sex steroid’ theory of autism). Έχει επίσης συμβάλει επιστημονικά  στα εξής
πεδία  
•    Επιπολασμός και μέθοδοι ανίχνευσης (screening) του αυτισμού
•    Γενετική του αυτισμού
•    Νευροαπεικόνιση στον Αυτισμό
•    Αυτισμός και τεχνικές ικανότητες
•    Τυπικές διανοητικές διαφορές στα δύο φύλα και
•    Συναισθησία
Το 1999 ο Baron-Cohen δημιούργησε την πρώτη κλινική στο Ηνωμένο Βασίλειο για ενήλικες με πιθανό σύνδρομο Άσπεργκερ την οποία ονόμασε CLASS clinic (Cambridge Lifespan Asperger Syndrome Service- Διαβίου Υπηρεσία του Κέμπριτζ για το Σύνδρομο Ασπεργκερ). Τη δημιουργήσε σε μία επόχη που ακόμη και η Εθνική Υπηρεσία Υγείας (Νational Health Service (NHS)) δεν καταλάβαινε την ανάγκη αυτής της κλινικής. Αυτή η κλινική βοήθησε πάνω από 1000 ασθενείς να λάβουν μια διάγνωση. Η «χαμένη γενιά» των ενηλίκων που πέρασαν όλη τη παιδική τους ηλικία χωρίς να πάρουν μια διάγνωση για αυτισμό. Τα πρώτα αυτά άτομα και η κλινική χρησιμοποιήθηκαν ως μοντέλο για τη δημιουργία παρόμοιων κλινικών σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.   
Ο Baron-Cohen έχει βραβευτεί για το έργο του από:
•    Τη Βρετανική Ψυχολογική εταιρία (British Psychological Society (BPS)) με τα βραβεία: «Spearman Medal» , «May Davison Award»  και «the Presidents’ Award»
•    Την Αμερικανική Ομοσπονδία Ψυχολογίας με το βραβείο «McCandless Award»
•    Την ομοσπονδία για τον Αυτισμό του Princeton University με το «the Autism Award Philadelphia»  
•     Τη Βρετανική Ομοσπονδία της Επιστημονικής Προόδου(ΒΑ) με το «Joseph Lister Lecturer»  
•    Τη ΜΕΝΣΑ με το βραβείο: «the Lifetime Achievement Award»
•    Τη Γερμανική Ομοσπονδία για την Έρευνα του Αυτισμού με το βραβείο « Kanner-Asperger Medal»  
Είναι συνεργάτης της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρίας (BPS), της Βρετανικής Ακαδημίας ( British Academy) και της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Ψυχολογίας (American Psychological Association). Είναι αντιπρόεδρος της Εθνικής Αυτιστικής Ομοσπονδίας (National Autistic Society) και του συλλόγου Αυτισμός Αγγλίας (Autism Anglia). Και έχει διατελέσει Πρόεδρος στο Τμήμα Ψυχολογίας της Βρετανικής Ομοσπονδίας (Psychology Section of the British Association) και αντιπρόεδρος στην INSAR ( International Society for Autism Research =Διεθνής Ομοσπονδία για την Έρευνα στον Αυτισμό). Έχει επίσης διατελέσει διευθυντής του προγράμματος NICE (Guideline Development Group for Autism (Adults)/Ομάδα ανάπτυξης και καθοδήγησης για τον αυτισμό (Ενήλικες). Είναι επίσης επιστημονικός σύμβουλος σε 6 μη κυβερνητικές οργανώσεις για τον αυτισμό και μέλος του τμήματος Προγραμματισμού του Υπουργείου Υγείας, Στρατηγική για τον Αυτισμό.
Είναι ακόμη Διευθυντής του τμήματος Ψυχολογίας της Βρετανικής Ακαδημίας. Είναι στην συντακτική ομάδα του περιοδικού Μοριακός Αυτισμός (Molecular Autism) και στην ομάδα συντακτών πολλών επιστημονικών περιοδικών συμπεριλαμβανομένων του Lancet Phychiatry.   Έχει τιμηθεί με τον τίτλο «Andrew D White Professor-At-Large» του Cornell University*(2010 -2016)» και πήρε Διδακτορικούς τίτλους επιστήμης από τα Πανεπιστήμια , Roehampton και Abertay. Είναι πλέον εκλεγμένος πρόεδρος του INSAR και ανώτερος ερευνητής του Εθνικού Ινστιτούτου Ερευνών για την Υγεία (NIHR).
 
*Ανά πάσα στιγμή υπάρχουν μόνο 20 ξεχωριστοί διανοούμενοι από όλο τον κόσμο που κρατούν τον τίτλο του «Andrew D White Professor-At-Large» του Πανεπιστημίου Κορνέλ. Κατά τη διάρκεια της εξαετούς θητείας τους, κάθε τέτοιος καθηγητής κάνει περιοδείες και δίνει διαλέξεις στο πανεπιστήμιο με σκοπό να διατηρήσει την πολιτιστική και διανοητική ζωή του πανεπιστημίου ζωντανή και να αποτελέσει έμπνευση για τους φοιτητές.  
 
Ορισμός του Αυτισμού από τον Καθηγητή Simon Baron Cohen και το ARC (Αutism Research Center):
Τι είναι ο αυτισμός;
Ο αυτισμός είναι ένα φάσμα από νευροαναπτυξιακές καταστάσεις, το οποίο χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στην ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων και επικοινωνιακών δεξιοτήτων, με ταυτόχρονη παρουσία ασυνήθιστων έντονων περιορισμένων ενδιαφερόντων, επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών και δυσκολίας να αντεπεξέλθει το άτομο σε απροσδόκητες αλλαγές.
Τα αίτια των καταστάσεων αυτιστικού φάσματος (autism spectrum conditions (ASC)) είναι τελικά γενετικά αλλά περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλοεπιδρούν με αυτά. Οι αλλαγές στο μοτίβο της εγκεφαλικής ανάπτυξης είναι εμφανείς από ηλικία τουλάχιστον 2 ετών και αντανακλούν προ- και περιγεννητικούς παράγοντες.
Στην Ευρώπη (χρησιμοποιώντας το σύστημα ταξινόμησης ΙCD-10- μτφρ. Στατιστική Ταξινόμηση Νόσων και Σχετικών Προβλημάτων Υγείας ICD-10) τουλάχιστον δύο κύριες υποομάδες αναγνωρίζονται: Ο κλασικός Αυτισμός και το Σύνδρομο Άσπεργκερ. Ο κλασικός αυτισμός τυπικά περιλαμβάνει συναφείς μαθησιακές δυσκολίες (Δείκτης Ευφυΐας (IQ) κάτω από το Μέσο Όρο) και καθυστέρηση στην ομιλία. Το Σύνδρομο Άσπεργκερ (Asperger Syndrome (AS)) μοιράζεται χαρακτηριστικά με τον αυτισμό χωρίς όμως τις σχετικές μαθησιακές δυσκολίες (έχουν συνήθως Μέσο ή άνω του Μέσου Όρου Δείκτη Ευφυΐας (IQ)) και χωρίς την καθυστέρηση στην ομιλία. Στις Ηνωμένες Πολίτειες, (χρησιμοποιώντας το  σύστημα ταξινόμησης DSM-5  όπως αναθεωρήθηκε το 2013), αυτές οι δύο υποκατηγορίες συγχωνεύθηκαν κάτω από έναν τίτλο τις "διαταραχές αυτιστικού φάσματος (autism spectrum disorders (ASD)). Σημειώστε, ότι στο ARC (Autism Research Center), προτιμούμε τον όρο ASC (Autism Spectrum Conditions=Καταστάσεις Αυτιστικού Φάσματος) αντί του όρου ASD (Autism Spectrum Disorder = Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος) αναγνωρίζοντας ότι ο όρος «διαταραχή» συχνά δίνει μια αίσθηση στιγματισμού και υποτίμησης, ενώ ο όρος «κατάσταση» υποδηλώνει ότι αυτό είναι ένα βιοϊατρικό ζήτημα σοβαρό αρκετά ώστε να να εγγυάται μια διάγνωση’ αλλά ο όρος κατάσταση αναγωρίζει τόσο τις πτυχές ανικανότητας του αυτισμού (κοινωνικο-επικοινωνιακή ανικανότητα)  όσο και τις πτυχές του αυτισμού που είναι απλά διαφορετικές (όπως πολύ ωραία περιγράφεται από τον όρο νευροποικιλότητα (neurodiversity)).  Κάποιες από αυτές τις διαφορές περιλαμβάνουν περιοχές προτερημάτων (πχ. Προσοχή στην λεπτομέρεια, μνήμη για λεπτομέρειες, αναγνώριση μοτίβων και συστηματοποίηση), οι οποίες διαφορές κάτω από σωστές συνθήκες μπορούν ακόμη και να χαρακτηριστούν ως ταλέντο ή χάρισμα (savantism).
Αναγνωρίζοντας τις διττές πτυχές του αυτισμού (ανικανότητα και διαφορά) σημαίνει ότι δεν μπαίνουμε στη μπίζνα (business) της αναζήτησης «θεραπείας για τον αυτισμό». Δουλεύουμε σκληρά για την αξιολόγηση υποσχόμενων παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τις δυσκολίες και να βοηθήσουν με τις περιοχές ανικανότητας (από υποστηριζόμενη εργασία μέχρι προγράμματα κοινωνικών δεξιοτήτων φιλικά για τον αυτισμό και φαρμακευτικές αγωγές όπως η χορήγηση οξυτοκίνης) ενώ ταυτόχρονα κατοχυρώνουμε ότι οι περιοχές της διαφορετικότητας υποστηρίζονται με σκοπό να ανθήσουν και να βοηθηθεί το άτομο με αυτισμό να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, ευτυχισμένα.
Η αποστολή μας: Το Κέντρο Ερευνών Αυτισμού του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ (ARC) έχει ως στόχο να κατανοήσει τα αίτια των καταστάσεων αυτιστικού φάσματος (ASC) και τι βοηθά. Το ARC παρέχει πληροφορίες για την έρευνα του σε αυτό τον ιστότοπο (https://www.autismresearchcentre.com) αλλά για πρακτικά ζητήματα σχετικά με τον αυτισμό, σας ενθαρρύνουμε να επικοινωνήσετε με την Εθνική Κοινωνία Αυτισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο (the National Autistic Society (in the UK) http://www.autism.org.uk/ ή κάποια αδελφή οργάνωση του στην χώρα σας.  
Το ARC δουλεύει στενά με κλινικές υπηρεσίες για να διασφαλίσει ότι οι έρευνες του ενημερώνουν και ενημερώνονται από κλινικές δοκιμές.
Τέλος Άρθρου

Σχόλιο Μεταφραστή
Μεταφράζοντας αυτό το άρθρο έμεινα έκπληκτη από την έρευνα και το έργο αυτού του επιστήμονα και του κέντρου του. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις έναν τέτοιο αφοσιωμένο επιστήμονα ο οποίος είναι και ενεργός υπέρμαχος των δικαιωμάτων των ατόμων με αυτισμό http://www.enaplotiti.gr/ea/index.php/socials/family/2622-2017-05-01-14-00-27
 Η πιο μεγάλη έκπληξη είναι όταν όλες αυτές οι πολύχρονες μελέτες (και συγκεκριμένα περί των διαφορών των δύο φύλων οι οποίες και στηρίζουν τη θεωρία του ακραίου αρσενικού εγκεφάλου στον αυτισμό) έχουν ένα ακόμη «επιστημονικό» υποστηρικτή τον Άγιο Παϊσιο που τελειώσε μόνο το Δημοτικό. Συγκεκριμένα σε μια συμβουλή που είχε δώσει μεταξύ άλλων είπε τα εξής παρακάτω λόγια:
ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ✝️
«… η γυναίκα έχει λιγότερη λογική και περισσότερη καρδιά. Ό άντρας έχει περισσότερη λογική και λιγότερη καρδιά ...»
Έτσι απλά διατύπωσε μια τεράστια επιστημονική αλήθεια που μια ολόκληρή ομάδα επιστημόνων έρχεται να επιβεβαιώσει.

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.