Η χαρά της προσφοράς [Κυριακή Μ. Βασάλου]

   Μια φορά και έναν καιρό, κάποια Χριστούγεννα, ένα παιδί με τους γονείς του αποφάσισαν ναπεράσουν τις γιορτές στο χωριό μαζί με τον παππού και τη γιαγιά. Του παιδιού του άρεσε πολύ ηιδέα να βρεθούν εκεί. Καθαρός αέρας, βόλτες στη φύση, μα πάνω απ’ όλα αυτή η μαγεία της οικογενειακής θαλπωρής τον έκαναν να νιώθει μέσα του απέραντη ευτυχία.   Κάθε φορά που βρισκόταν στο χωριό, πρώτο του μέλημα ήταν να τρέξει στο ποδήλατό του, δώρο του   παππού   και   της   γιαγιάς,   που   τον  περίμενε   καρτερικά   να   έρθει   για   να   χαθούν   μαζί   στην απέραντη πρασινάδα των δέντρων που κύκλωναν το χωριό και έκαναν το παιδί να αισθάνεται μια πρωτόγνωρη αίσθηση ξενοιασιάς.   Έτσι και   εκείνη   τη  χρονιά   ξεκίνησε   για  την  παραδοσιακή ποδηλατάδα   του   στα   σοκάκια  του χωριού, μα αυτή τη φορά δε συνάντησε μόνο δέντρα στο δρόμο του. Σε κάποια γωνιά είδε ένα μικρό παιδί στην ηλικία του να έχει χωθεί μέσα στον κάδο των σκουπιδιών και να ψάχνει για κάτι.Το γεγονός του προξένησε τόσο μεγάλη εντύπωση που αποφάσισε να κατέβει από το ποδήλατο και να ρωτήσει το παιδί τι έκανε εκεί πέρα.

  - Καλημέρα και χρόνια πολλά, του είπε το παιδί της ιστορίας μας. 

  Το άλλο παιδί ξαφνιάστηκε στο άκουσμα μιας φωνής που τον καλημέριζε. Έδωσε ένα σάλτο και ξαφνικά βρέθηκε έξω από τον κάδο, αναμαλλιασμένο και κάπως βρώμικο. Στα χέρια του κρατούσε ένα μπαγιάτικο ψωμί (λάφυρο από τον κάδο) και τα ρούχα του ήταν αλλού μπαλωμένα και αλλού σκισμένα, όμως το πρόσωπο του ήταν φωτεινό σαν τον ήλιο. Χαμογέλασε και ανταπάντησε :

  -Καλημέρα και σε σένα! Είσαι από τα μέρη μας; Γιατί δε σε έχω δει εδώ γύρω.

  -Ο παππούς και η γιαγιά μου μένουν εδώ. Εγώ τους επισκέπτομαι στις γιορτές ή στις διακοπές. 

-Ωραία! Πολύ όμορφο το ποδήλατό σου!

  -Σ’ ευχαριστώ. Αλήθεια, τι έψαχνες εκεί μέσα στον κάδο; 

-Α, ψαχούλευα μήπως βρω κάτι για να φάμε στο σπίτι μου. Ξέρεις…, είπε διστακτικά και η φωνή του   ακουγόταν   λες   και  είχε   κολλήσει   ένας   κόμπος   πάνω   της,   που   γρήγορα,   όμως   έφυγε,   και συνέχισε … η οικογένεια μου δεν είναι πλούσια, αλλά είναι καλοί άνθρωποι. Απλώς ο μπαμπάς μου είναι άρρωστος και δε δουλεύει και η μαμά μου δουλεύει πού και πού, μα αυτά που βγάζει δε φτάνουν για όλες τις ανάγκες. Έτσι εγώ έχω αναλάβει να βοηθάω – ως αγόρι που είμαι – και έπιασα δουλειά στο ψαχούλεμα των κάδων, είπε χαμογελώντας και με κρυμμένη, πίσω από τα λόγια του, μια μικρή περηφάνια που κατόρθωνε με κάποιο τρόπο να βοηθάει την οικογένειά του. 

Το παιδί της ιστορίας μας τα έχασε. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει και πώς να αντιδράσει απέναντι σε ένα παιδί που μ’ ένα πλατύ χαμόγελο τού διηγούνταν μια θλιβερή ιστορία. Το μόνο που ρώτησεεντέλει ήταν:

  -Πού μένεις; 

-Βλέπεις εκείνο το σπίτι με την ψηλή καμινάδα στο βάθος; Πίσω από αυτό μένουμε σε ένα μικρό καλυβάκι. Όποτε θέλεις μπορείς να έρθεις να μας δεις. Είσαι ευπρόσδεκτος. Μα τώρα πρέπει να φύγω, γιατί θα με περιμένει και η αδελφούλα μου στο σπίτι. Καλά Χριστούγεννα να έχεις, είπε και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του. 

  Προβληματισμένος ο μικρός μας ήρωας κίνησε και αυτός για το δικό του σπίτι, ενώ παράλληλα κατάστρωνε ένα σχέδιο στο μυαλό του. Αμέσως μόλις έφτασε εκεί, είδε τη μαμά του και τη γιαγιά του να προετοιμάζουν το σπίτι για τα Χριστούγεννα, ενώ από παντού τον συνέπαιρναν μυρωδιές γλυκών και φαγητών. Έτρεξε γρήγορα στη μητέρα του και αφού της εξήγησε τι είχε προηγηθεί, της ζήτησε μια χάρη. Εκείνη φάνηκε διστακτική στην αρχή, μα τελικά συμφώνησε μαζί του.  Ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Όλη η πλάση γιόρταζε τη γέννηση του Δημιουργού της και – περίεργο για Δεκέμβρη μήνα – ο καιρός έμοιαζε ανοιξιάτικος μ’ έναν φωτεινό ήλιο να ακτινοβολεί πάνω από
τα σπιτάκια του χωριού. Ξύπνησε και το παιδί της ιστορίας μας και αφού ντύθηκε γρήγορα, έτρεξε στην κουζίνα να δει αυτά που ετοιμάζονταν. Φαγητά κάθε λογής που είχαν ήδη πάρει τη θέση τους στο τραπέζι και άλλα που ψήνονταν ακόμα σε κατσαρόλες και φούρνους. Σε λίγο θα ήταν η ώρα του   φαγητού,   μόνο   που   αυτά   τα   Χριστούγεννα   θα   τα   γιόρταζαν   λίγο   διαφορετικά   και   πιο οικογενειακά. Γιατί όλα αυτά τα τόσο ωραία εδέσματα θα μεταφέρονταν σ’ένα μικρό καλυβάκι πίσω από ένα σπίτι με μεγάλη καμινάδα, εκεί όπου ένα μικρό παιδί με σκισμένα ρούχα, μα πάντα γελαστό πρόσωπο, θα δεχόταν την απρόσμενη επίσκεψη μιας οικογένειας για να γιορτάσουν όλοι μαζί αγαπημένοι αυτή την τόσο σπουδαία μέρα.

Γιατί τι είναι, τελικά, τα Χριστούγεννα, αν όχι η χαρά του να μοιράζεσαι αγάπη και χαμόγελα; 

  Κυριακή Μ. Βασάλου, φιλόλογος

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.