Είδον σε ( Ιωάννου α΄ 49)


Μόνος του, ενόμιζεν ότι ήτο κάτω από τη συκήν ο Ναθαναήλ. Κανείς άνθρωπος δεν τον είχεν ιδεί να κάθηται εκεί και, και πολύ περισσότερο κανείς δεν ήτο δυνατό να γνωρίζει τις σκέψεις του και τους πόθους του. Αλλά τι με αυτό; Εάν κανείς άνθρωπος δεν τα ήξευρε, τα εγνώριζε όμως ο Παντογνώστης. Εάν οφθαλμός ανθρώπου δεν τον παρακολούθει, άγρυπνο όμως και ερευνητικό ήτο πλησίον του το βλέμμα του Θεού. Πόση έκπληξιν και απορίαν δοκιμάζει ο άδολος και καλοκάγαθος Ναθαναήλ, όταν ακούει από το στόμα του Κυρίου την βεβαίωσιν:  «προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν ειδόν σε» (Ιωάννου α’ 49). Προτού να σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν μόνος σου ευρίσκεσο κάτω από τη συκήν, εγώ με το υπερφυσικόν και θείον βλέμμα μου σε είδα.
«Είδον σε». Αλλ’ αυτό το οποίον είπε τότε εις τον άδολον Ναθαναήλ ο καρδιογνώστης Κύριος, το λέγει και προς τον καθέναν μας δια πάσαν στιγμή της ζωής μας.
«Είδον σε». Όταν το πρωί με ευλάβειαν πολλήν και ταπείνωσιν προσήυχεσο και με εδοξολόγεις και εζητείς την προστατίαν μου δια το έργον σου και τους κινδύνους της ημέρας, εγώ σε είδα κια σε ήκουσα.
Όταν εβοήθεις τον πτωχόν που συνήντησες εις τον δρόμον και εκείνος σε ηυχαρίστει από το βάθος της ψυχής του, εγώ που σε παρακαλουθώ άγρυπνως «είδον σε».
Όταν επεσκέφθης και παρηγόρησες τον άρρωστον, τον οποίον οι συγγενείς και οι φίλοι του τον είχαν λησμονήσει, και τότε «είδον σε».
Όταν με ευσυνειδησίαν προσεπάθης να επιτελείς το έργον σου και το καθήκον σου και τότε εγώ «είδον σε».
Είδα ακόμη τα χείλη σου, όταν εκινούντο εις προσευχήν δοξολογίας και ευχαριστίας προς εμέ, εις την στιγμιαίαν ανάπαυσιν της εργασίας σου.
Και σε βλέπω καθημερινώς να επιστρέφεις κατάκοπος την εσπέραν εις την οικογενειακήν σου στέγην.
«Είδον σε». Και όταν η συναίσθησις της ενοχής σου δια κάποιαν παρεκτροπή σου σε έκαμε να σκύβεις την κεφαλήν, καθ’ ον χρόνον οι οφθαλμοί σου ήσαν δακρυσσμένοι, όταν εζήτεις το έλεος μου, και πάλι τότε «είδον τα δάκρυα σου» (Δ’ Βασιλ. Κ’ 5) και εσυγχώρησα το αμάρτημα σου.
«Είδον σε». Είδον ακόμη και τον μορφασμόν, ο οποίος εζωγραφήθη εις το πρόσωπον σου, ήκουσα δε και το στεναγμόν σου από το πόνο που σου προκαλεί η οδυνηρά ασθένεια σου. Αλλά συγχρόνως είδον βαθειά ειρήνη, η οποία υπάρχει εις το εσωτερικόν της ψυχής σου κια ήκουσα τους λόγους της υπομονής και της καρτερίας, οι οποίοι ανεβαίνουν από το βάθος αυτής. Είδον την γαλήνην και την ηρεμίαν, η οποία απλώνεται εις το πρόσωπον σου. Είδον την καρτερίαν και τη γενναιότητα, με την οποία αντιμετωπίζεις τας θλίψεις της επιγείου ζωής.
«Είδον σε». Όταν ο προϊστάμενος σου σε ηδίκει και σου εστέρει τον δίκαιον μισθόν σου, «είδον σε».
Όταν οι άλλοι άνθρωποι, σου απέδιδαν ψευδείς κατηγορίας και σε ενοχοποιούν, ενώ συ ησό αθώος, και πάλιν εγώ «είδον σε». Και όπως και άλλοτε «ίδων ειδόν την κάκωσιν του λαού μου» (Πραξ. Ζ’ 34), του αγαπητού μου Ισραήλ, ούτω και τώρα ειδόν και βλέπω καθημερινώς όλας τας αδικίας, που γίνονται εις βάρος των τέκνων μου από τους ανθρώπους της αδικίας.
Αλλά και τους χλευασμούς και τας ειρωνείας των δια την χριστιανικήν ζωήν, την οποία προσπαθείς να διάγεις και αυτά όλα τα έχω δει και τα γνωρίζω πολύ καλά.
Είδα, είδα πολλά ακόμη, που κάνουν οι άνθρωποι της αμαρτίας, είδα τα ε΄ργα του σκότους, τα έργα της φαυλότητας, τα έργα της αδικίας. Αλλά παιδί μου, τα έργα τα ιδικά σου, η άδολος καρδία σου, η ειλικρινής διάθεσις σου, η προσθυμίαν σου να εργάζεσαι το αγαθόν, αυτά είναι που με ευφραίνουν, αυτά με χαροποιούν. Αποστρέφω με λύπην το πρόσωπον μου από τα έργα της αμαρτίας των κακών ανθρώπων και όλος στοργή στρέφω τα βλέμματα μου προς σε. «Είδον σε». Σε γνωρίζω προτού γεννηθείς’  και όταν σε βλέπω να εκπληρώνεις τον μεγάλον προορισμόν δια τον οποίον σε εδημιούργησα, χαίρω και ευφραίνομαι.
Ω Κύριε, Κύριε! Συ όλα τα βλέπεις, συ που όλα τα γνωρίζεις, συ γιγνώσκεις τα έσχατα και τα αρχαία, συ γνωρίζεις το βάθος των καρδιών μας και συ μας βλέπεις και μας παρακολουθείς εις πάσαν στιγμήν. Βοήθησε μας και αξίωσε μας, Κύριε, ώστε αι σκέψεις μας, αι επιθυμίαι, οι πόθοι μας, αι πράξεις μας, να έιναι τοιαύται, ώστε συ με ευχαρίστησιν να τα βλέπεις. Όταν δε έλθη η ημέρα της «αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας», κατά την οποίαν θα αποδώσεις «έκαστω κατά τα έγα αυτού», αξίωσε μας της μερίδας των ευτυχισμένων δούλων σου, τους οποίου θα προσκαλέσεις εις την κληρονομίαν των αγαθών της ουρανίου σου βασιλείας. Αμήν.

Απόσπασμα από βιβλίο: «Λόγοι της Χάριτος», Αρχιμ. Χριστόφορου Ν. Πανουτσόπουλου

Αναρτήθηκε από: Παναγιώτα Κώνστα

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.