Ο άνθρωπος δημιουργός



Μια από τις ανθρώπινες αισθήσεις είναι η ακοή μας και απόψε μαζευτήκαμε εδώ εσείς για να ακούσετε εμένα κι εγώ να αφουγκραστώ εσάς και την ανάγκη σας να μιλήσουμε για την οικογένεια. Γι’ αυτό το όμορφο αλισβερίσι απόψεων, ο πάτερ Παναγιώτης προνόησε οργανώνοντας αυτές τις όμορφες συνάξεις, που η αίσθηση που λέγαμε, έχει την τιμητική της και που πολλές φορές «χορταίνει» την ψυχή μας περισσότερο από τα εδέσματα σ’ ένα τραπέζι.
Μόνο ελπίζω να μην σας … «βαρυστομαχιάσω»!  
Μου πρότεινε λοιπόν να σας μιλήσω για την οικογένεια και το περιβόητο χάσμα των γενεών. Όχι γιατί είμαι ειδήμων, αλλά μάλλον γιατί λέω μ’ ένα δικό μου τρόπο αυτά που όλοι θα θέλατε να πείτε. Άλλωστε τι θα μπορούσα να σας πω εγώ που δεν ξέρετε; Σίγουρα τα γαλόνια στο σακάκι σας είναι περισσότερα απ’ τα δικά μου. Μπορεί να ‘χετε περισσότερα από ένα παιδιά και να αγωνίζεστε να τα μεγαλώσετε πολύ πριν το κάνω εγώ. Έχουμε όμως ένα κοινό, ξεκινήσαμε όλοι μας σαν ερασιτέχνες γονείς. Κάπως είχαμε φανταστεί τα πράγματα, αλλά στην πορεία είδαμε πως είναι λίγο πιο σύνθετα. Γιατί όπως πολύ σωστά είπε ο ΜΠΕΡΝΑΝΤ ΣΟ: «Το παιδί το πρωί φωνάζει, το μεσημέρι κλαίει και τα μεσάνυχτα ουρλιάζει». Και φυσικά τα πισωγυρίσματα δεν επιτρέπονται κι αυτό το ξέρουμε από την αρχή. Φοράμε λοιπόν το προσωπείο του γονέα και ανεβαίνουμε σε μια σκηνή να υποδυθούμε ένα ρόλο που ούτε από οντισιόν περάσαμε να κρίνουν αν είμαστε κατάλληλοι, μα ούτε κάναμε πρόβα.

Είναι ένα δώρο Θεού ακόμα, αλλά ένα δώρο με προϋποθέσεις. Να καταθέσουμε τον εαυτό μας για να το φροντίσουμε, να το γαλουχήσουμε, να το προστατεύσουμε, να το εκπαιδεύσουμε…., να θυσιάσουμε τα θέλω μας.  Είναι ένα αξίωμα που θα μας δοκιμάσει στη χαρά και τον πόνο με μία παράξενη αλληλένδετη σχέση, γιατί όσο πιο μεγάλη θα ‘ναι η μία, τόσο  θα ΄ναι κι άλλη. Μας ζητά να δώσουμε χωρίς να περιμένουμε να λάβουμε.   Μια ανιδιοτελής σχέση σαν αυτή που έχει Εκείνος με ‘μας.… Μας ζητά να γίνουμε δημιουργοί και μας δίνει την  εντολή να μεγαλώσουμε για λογαριασμό του έναν άνθρωπο.
Καλά, διαισθάνεστε πόσο μας τιμά αυτό! Μας επέλεξε για ένα τόσο ιερό σκοπό, που και μόνο αυτό πρέπει να μας γεμίζει δύναμη και πείσμα να μην Τον απογοητεύσουμε.

Αυτό  βέβαια το κάνουν οι συνειδητοποιημένοι γονείς. Αυτοί που έκαναν παιδί όχι για να μην χαλάσουν το χατίρι της πεθεράς τους, αλλά γιατί ένιωσαν την ανάγκη αγαπήσουν, να απαρνηθούν το εγώ τους, να αλλάξουν προτεραιότητες….. να δώσουν απ’ το είναι τους. 
Οι νεότεροι μπορεί να τρομάζουν με αυτό και οι παλιότεροι να κουνάνε το κεφάλι τους συγκαταβατικά. Γιατί αυτή είναι η αλήθεια. Ο ομφάλιος λώρος δεν κόβεται ποτέ… για τους γονείς τουλάχιστον που μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους στέκονται με κομμένη ανάσα να παρακολουθούν τη ζωή του παιδιού τους, που γελούν με τη χαρά του, που κλαίνε με τον πόνο του, που αναθεματίζουν την ατυχία του,… που το παιδί τους μονοπωλεί το μεγαλύτερο κομμάτι της προσευχής τους.    

Δεν είναι όμως όλοι έτσι. Υπάρχουν και άνθρωποι που απλά δεν είπαν «όχι» και  ανυποψίαστοι γι’ αυτό που θα ακολουθούσε, δέχτηκαν την πρόκληση. Άλλοι, που χρησιμοποίησαν ένα τέτοιο μικρό πλασματάκι σαν συγκολλητική ουσία στην ρηχή σχέση τους, ή για να εκβιάσουν καταστάσεις… Είμαστε αρκετά ευρηματικοί, αμφιβάλετε; 

Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία που εγώ προσωπικά τους βγάζω το καπέλο. Είναι αυτοί που έχουν συνειδητοποιήσει πως δεν θέλουν να είναι γονείς και δεν αφήνουν το πράγμα στην τύχη του. Αυτοί που δεν διατίθενται να χαλάσουν τον ύπνο τους και που δεν θυσιάζουν τις διακοπές τους. Αυτούς που για δώρο στην πεθερά τους επέλεξαν ένα ωραιότατο μίξερ. 

Εμείς ποιοι γονείς είμαστε όμως; Οι κατά βούληση ή οι κατά λάθος; Όχι ποιοι θέλουμε να είμαστε, αλλά ποιοι πραγματικά είμαστε. Αυτό βέβαια το κρίνει η ιστορία. Η οικογένεια που φτιάχνουμε.

Οικογένεια λοιπόν!
Η μικρότερη μορφή κοινωνίας.
Μια άρτια ομάδα με υποκειμενική ιεραρχία.
Ένα καράβι με «πλοίαρχο», «υποπλοίαρχο» και «πλήρωμα», που ταξιδεύει στις θάλασσες του χρόνου αλιεύοντας στιγμές.
Κι όλοι μας ξεκινάμε κάπως έτσι. Στην αρχή σαν «δόκιμοι» ανεβαίνοντας σιγά σιγά, μέχρι να πάρουμε εμείς το τιμόνι και να κυβερνήσουμε το δικό μας πλεούμενο. Τη δική μας οικογένεια.
Προορισμός;
Κάθε φορά διαφορετικός.
Με τ’ «αμπάρια» γεμάτα όνειρα, ελλιμενίζουμε τις ζωές μας εκεί που μας οδηγούν οι επιλογές  μας και παίρνουμε το επόμενο «ναύλο» χαράζοντας καινούργια πορεία.      
Αυτό δεν είναι η ζωή μας;
Ένα μεγάλο ταξίδι στο χρόνο.
Ένα αμπάρι γεμάτο στιγμές. Γεμάτο συγκινήσεις, και ποικιλόμορφα συναισθήματα. Αγάπες και μίση. Επιτυχίες και ανεκπλήρωτα όνειρα. Στόχοι που έμειναν στη μέση ή που δεν τολμήσαμε να διεκδικήσουμε. Γνωριμίες με ανθρώπους που μας έκαναν να γελάσουμε ή να κλάψουμε, να θυμώσουμε ή ν’ αναθεωρήσουμε… Στιγμές, που μας μεγάλωσαν και μας εκπαίδευσαν να γίνουμε «καπεταναίοι» και να ορίζουμε τη ζωή τη δική μας και των παιδιών μας, όπως έκαναν κάποτε κάποιοι άλλοι για μας.
Κι η ζωή συνεχίζεται.
Ο απόπλους δεν σταματά ποτέ.
Οι οικογένειες διαιωνίζουν το ανθρώπινο είδος και συνυπάρχουμε έχοντας ο ένας ανάγκη τον άλλον, γιατί πολύ απλά, έτσι είναι η φτιαξιά μας.
Για σκεφτείτε το!
Όταν ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, αλλά δεν τον πειράζει καθόλου. Αντίθετα εκείνοι είναι σε φάση που έχουν την ανάγκη να αισθάνονται απαραίτητοι, πολύτιμοι, αναντικατάστατοι. Όταν όμως τα παιδιά μεγαλώσουν και τους καταβάλει το αίσθημα της ανεξαρτησίας, αυτοί έχουν ήδη κουραστεί και ευχαρίστως παραδίδουν τα πρωτεία της διακυβέρνησης.
Με τι σοφία τα ‘χει πλάσει ο Θεός όλα!

Βέβαια σ’ αυτή την εναλλαγή, ενίοτε δημιουργείται ένα προβληματάκι. Οι νεότεροι βιάζονται να πάρουν το τιμόνι, ενώ οι παλιότεροι αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν τη θέση τους. Αυτό είναι το περιβόητο «χάσμα των γενεών», που αν και  παλιότερα ήταν χαώδες, παραμένει και σήμερα μια σημαντική απροσπέλαστη χαράδρα. Όσες φιλότιμες προσπάθειες κι αν κάνουν οι γονείς να καταλάβουν τα παιδιά και να κρατηθούν μακριά απ’ το μοντέλο του γονιού που είχαν οι ίδιοι, πάντα θα βρίσκονται στην απέναντι όχθη της χαράδρας και θα κοιτούν το ίδιο πράγμα έχοντας διαφορετική θέα.

Αυτό ακριβώς το χάσμα πραγματεύεται και το βιβλίο μου «Νίκη με ασόδυα».  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ακρίτας. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια μαζί μ’ ένα τσούρμο αδέλφια κάτω απ’ τη βαριά σκιά του πατέρα του. Κάνοντας μάλιστα τον συνειρμό με το παραμύθι που επιμένει να τους διηγείται, «Το λύκο και τα κατσικάκια», παρομοιάζει εκείνο και τα τέσσερα αδέλφια του με τα πέντε τρυφερά κατσικάκια, ενώ εκείνον με τον άγριο και κακό λύκο. «….με τη μόνη διαφορά πως εμείς τον έχουμε μέσα στο σπίτι», λέει χαρακτηριστικά.

Κι αυτό, πιστέψτε με, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.

Έτσι, όταν είναι μικρό το παιδί, στα μάτια του οι γονείς φαντάζουν υπερπροστατευτικοί, παράξενοι και με σκοπό της ζωής τους να του στερήσουν το δικαίωμα να μεγαλώσει. Στην επιμονή του αυτή, δεν διακρίνει την αδιαμφισβήτητη αγάπη τους, και θεωρεί υπερβολική την ασφάλεια που του παρέχουν. Όσον αφορά το δικό τους πείσμα να παίξουν το ρόλο τους σωστά, η εντολή που έχουν λάβει εκείνοι σαν γονείς… ούτε που του περνούν απ’ το μυαλό.
Οι παιδοψυχολόγοι λένε πως τα παιδιά πρέπει να κηδεμονεύονται, κι αυτό ο καθένας το κάνει με τον τρόπο του. Με τα δικά του όπλα, με την παιδεία, τις αντιλήψεις και τις αξίες του. Το μοναδικό απαραίτητο χαρακτηριστικό που οφείλουν να έχουν όλοι, είναι η υπομονή. Και χρειάζεται πολλή απ’ αυτή. Άσε που τα παιδιά έχουν έμφυτη την τέχνη να σου την τεντώνουν κι ενίοτε μάλιστα να στην εξαντλούν.  Είναι σαν αυτούς τους χρυσοθήρες που κοσκινίζουν ακούραστα το χώμα για να βρουν χρυσό. Με τη μόνη διαφορά πως εσύ σαν γονιός καλείσαι να…. φτιάξεις χρυσό. 

Αυτό όμως είναι το θέμα. Στην εντολή που έχεις πάρει να γίνεις γονιός, η κούραση ή η παραδοχή της, η αποχή απ’ τα καθήκοντά σου ή η διεκδίκηση του δίκιου σου, δεν είναι στους κανόνες του παιχνιδιού. Με λίγα λόγια, δεν έχεις το δικαίωμα να κατεβάσεις ρολά στην επιχείρηση να μεγαλώσεις έναν άνθρωπο. Παλεύεις και ελπίζεις να μην πέσεις έξω. Και ξέρετε κάτι; Η ιστορία έχει αποδείξει πως όταν ένας γονιός παλεύει ακατάπαυστα, ακούραστα και με αυταπάρνηση μια ζωή, στο «κλείσιμο των βιβλίων» στο τέλος, στην απογραφή που θα κάνει,  θα βγει πιστωτικός. Οι κόποι του θα δικαιωθούν και «θα ΄χει να λαμβάνει». Το χρυσάφι που λέγαμε θα ‘ναι μπροστά του χειροπιαστό και λαμπερό, φέρνοντας την υπογραφή των κόπων του.

Προσωπικά πιστεύω πως δεν χρειάζεται να ‘σαι ούτε πλούσιος μα ούτε μορφωμένος γι’ αυτή την «Επιχείρηση άνθρωπος». Το μοναδικό επενδυτικό κεφάλαιο που χρειάζεται να ρισκάρεις είναι ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…. Όλα γίνονται στο όνομα αυτής. Και τα χάδια και οι αγκαλιές μα και οι τιμωρίες, ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ. Γιατί σαν γονιός απ’ τη μία πρέπει να ‘σαι τρυφερός και να καταλαβαίνεις τις ανάγκες του παιδιού σου, απ’ την άλλη όμως οφείλεις να  πάρεις το… «πολιτικό κόστος» και να γίνεις δυσάρεστος, προκειμένου να το προστατεύσεις ή να το γαλουχήσεις σωστά.

Πόσες φορές έχουμε ακούσει ή έχουμε πει πως όποιος αγαπάει παιδεύει. Κι όσο πιο πολύ το αγαπάς, τόσο πιο πολύ το «παιδεύεις». Βέβαια σε μικρή ηλικία αυτό φαντάζει τουλάχιστον ανόητο.
Άντε τώρα όμως να εξηγήσεις σ’ ένα παιδί πως έχει πολλή αλήθεια μέσα του αυτό! Πως απλά είναι κακοδιατυπωμένο….
Έτσι απ’ τη μια έχουμε το παιδί κι απ’ την άλλη αυτούς που το …. «παιδεύουν». Σε αυτή τη χρονική περίοδο λοιπόν, η αγάπη είναι μασκαρεμένη. Παίρνει μορφή μέσα από την άρνηση, την τιμωρία ή την επίπληξη και δεν είναι όμορφη. Εκεί είναι όμως. Η αγάπη καραδοκεί να ξεπεράσουμε την πάλη μας με τα παιδιά μας.    
Αν αφουγκραστείς λοιπόν την εσωτερική φωνούλα του παιδιού, είναι οργισμένο με τους γονείς του και με διάθεση να τους ακυρώσει και να δώσει προτεραιότητα στα δικά του θέλω, στη δική του λογική. Δεν το κάνει όμως γιατί απ’ τη μια τους αγαπάει αλλά κι απ’ την άλλη τους φοβάται. Ενδόμυχα ξέρει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς, αλλά απ’ την άλλη χωρίς να κάνει τίποτα, γνωρίζει πως είναι σπουδαίο γι’ αυτούς.
Έτσι όμως είναι και για τους γονείς. Τρέμουν στη σκέψη μην το χάσουν, αλλά υποσυνείδητα απολαμβάνουν και την εξάρτησή του. Στην ουσία υπάρχει ένα περίεργο αλισβερίσι αγάπης αλλά και ανάγκης που το γνωρίζουν και οι δύο πλευρές και αποτελεί και την «αχίλλειο πτέρνα» τους. 

Πολλές φορές λοιπόν, η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι και το σπίτι μοιάζει με εμπόλεμη ζώνη. Χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα που το καθένα  χρησιμοποιεί τα όπλα που διαθέτει. Το παιδί σ’ αυτό που θέλει, χρησιμοποιεί την επιμονή του, το κλάμα και ενίοτε τα ψέματα, ενώ οι γονείς, χρησιμοποιούν την υπομονή, την απειλή, ενίοτε τη δωροδοκία και στα πολύ δύσκολα το μεγάλο μάτι Του Θεού και την απειλή της αμαρτίας. Μ’ αυτά και με τ’ άλλα στην πάλη αυτή, συνήθως νικητές είναι οι γονείς. Αυτοί δηλαδή που έχουν το δικαίωμα να φωνάζουν και να τιμωρούν.

Σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια για όλους, που ο πόλεμος μαίνεται ανάμεσα σε γονείς και παιδί για το ποιος θα κυριαρχήσει, ο πατέρας με τη μητέρα πρέπει να έχουν υπογράψει «συνθήκη» και να συμφωνούν στο ίδιο σχέδιο δράσης, ακόμα κι αν οι τρόποι τους διαφέρουν. Παίζεται το μεγάλωμα και η ψυχική υγεία του παιδιού τους και το σωστό πρέπει να ‘ναι ΕΝΑ, χωρίς ήξεις αφήξεις. Να μην γίνεται ο ένας κακός κι ο άλλος καλός, να μην είναι ο ένας παραχωρητικός κι ο άλλος τιμωρός… Γιατί δεν μπορεί ο ένας να τραβά ένα δρόμο κι ο άλλος έναν άλλον. Θα ‘ταν σα να έβαζαν το παιδί στο μαρτύριο του Προκρούστη, και δεν το θέλουν αυτό. Είπαμε, έχουν κι οι δύο απέραντη αγάπη και δεν θέλουν και το διαμελίσουν, μα ούτε και τους απασχολεί αν γίνουν δυσάρεστοι.

 Ένας γονιός όμως, δεν ξυπνά ένα πρωί και αποφασίζει να κάνει τον συμβουλάτορα. Έχει κάνει δουλειά μέχρι εκεί και ξέρει πως το υλικό που έχει στα χέρια του είναι καλό και επιδέχεται κατεργασία.
Θέλοντας όμως να πάρει το ρόλο του σοβαρά, δεν αφήνει να πέσει τίποτα κάτω. Γιατί αν το κάνει, η κακιά λέξη που ξέφυγε απ’ τα χείλη του παιδιού όταν κάποια στιγμή νευρίασε, γίνεται βρισιά, ο δανεισμός ενός μολυβιού που του άρεσε και «ξέχασε» να επιστρέψει, γίνεται κλεψιά και τα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα του νοθεύονται άσχημα.
Χωρίς λοιπόν να αποτελεί πονηράδα, οι γονείς ξέρουν πότε πρέπει να επικαλεστούν την φαντασία και τον φόβο και πότε το φιλότιμο και τη συνείδηση. 
Για το παιδί βέβαια, όλα αυτά τα μικρά χαζά και ανούσια πράγματα που ανεβάζουν την ένταση μέσα στο σπίτι, φαντάζουν λεονταρισμοί που κάνουν οι γονείς σαν αρχηγοί της οικογένειας. Όχι δεν είναι ανόητο, είναι παιδί, και τα παιδιά έχουν τη μαγική ικανότητα να ερμηνεύουν τα πράγματα με μια λογική που εξυπηρετεί αυστηρά τα «θέλω» τους.
Αν για παράδειγμα ξεχνά να επιστρέψει το μολύβι του συμμαθητή του που δανείστηκε γιατί του αρέσει, τι ενοχλεί τους γονείς του;
Αν πάνω στα νεύρα του ξεφύγει και καμιά κουβέντα από τις απαγορευμένες, ο Θεός είναι πολύ ψηλά για το ακούσει…. 
Δίνει κατά πώς το βολεύει, πολύ εύκολα συγχωροχάρτι στον εαυτό του. Κατά βάθος όμως, έχει αρχίσει να ξεχωρίζει το σωστό και το λάθος. Κι οι γονείς του δεν έχουν άδικο, απλά θα ήταν πιο βολικό να μην ανακατεύονταν σε όλα.

Είπαμε είναι παιδί, και σαν παιδί είναι ικανό να κρίνει αυστηρά τους άλλους, όχι όμως να τους προσάψει βαριές κατηγορίες. Έτσι μια απλή δαγκωνιά απ’ το λαχταριστό μυρωδάτο πασχαλινό κουλούρι που η μαμά απαγορεύει ρητά να γευτεί πριν το «Χριστός Ανέστη», γίνεται μια βόλτα με τους φίλους, μια παράταση ωραρίου έξω από το σπίτι, μια κοπάνα απ’ το σχολείο ή ένα μοδάτο ρούχο.

Σας φαίνονται απαράδεχτα;
Για ένα παιδί δεν είναι.

Έτσι ο πατέρας και η μητέρα του μιλούν για… σεμνότητα, μέτρο, και εγκράτεια. Του μιλούν για ήθος, ενώ εκείνο δεν ξέρει καν τη σημασία τους. Αυτές οι λέξεις μπροστά στη δίψα του να ζήσει, δεν υπάρχουν στο λεξιλόγιο του μυαλού του.
Μεγαλώνοντας λοιπόν, αυτές οι αντιπαραθέσεις γίνονται συχνά καυγάδες. Βέβαια αν το δείτε απ’ την πλευρά του, δεν ζητά και τίποτα φοβερό. Να ζήσει θέλει, να πιει λιγάκι απ’ το κρασί των μεγάλων. Κι αν ζαλιστεί και λίγο τι πειράζει; Ο κόσμος των μεγάλων δείχνει προκλητικός και τα χρόνια αργούν τόσο πολύ!
Μα ούτε κι οι γονείς απ’ την πλευρά τους ζητούν τίποτα φοβερό. Να μεγαλώσει και να περάσει όσο γίνεται πιο αναίμακτα από το στάδιο του παιδιού σε ενήλικα. Γιατί τους κάνει τόσο δύσκολο το έργο τους; Τι «μεθύσια» και βλακείες ονειρεύεται; Συνήθως έχει σε πληθώρα όλα όσα χρειάζεται για να ‘ναι ευτυχισμένο. Φαγητό, ρούχα, στέγη, ασφάλεια, μόρφωση…. Είναι βέβαιοι πως δεν έχει ανάγκη τίποτε άλλο. Ούτε καταλαβαίνει μα ούτε και μπαίνει στο κόπο να το κάνει. Για τους γονείς το παιδί είναι μια ιερή ευθύνη και μπορεί να ‘χει περισσότερες από μία τέτοιες. Άλλωστε ο σωστός άνθρωπος που οραματίζεται να φτιάξει, δεν «τρεκλίζει» για κανένα λόγο

Έτσι το παιδί συνήθως μεγαλώνει θυμωμένο μαζί τους. Ένα θυμό ανάμεικτο με αγάπη. Ένα γλυκόπικρο συναίσθημα που δεν ξέρει πού πρέπει να το καταχωρήσει μέσα του. Το μπερδεύει. Απ’ τη μια το κάνει οξύθυμο, ανταγωνιστικό και να λέει με ευκολία ψέματα, και απ’ την άλλη τους αγαπά και δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτούς.

Βέβαια σ’ αυτή τη φάση, ο γονιός κάτι υποπτεύεται, αλλά δεν τον απασχολεί και τόσο. Η εντολή που έχει λάβει είναι αυστηρή και δεν έχει περιθώρια για λάθη. Έχετε δει εσείς κανέναν καπετάνιο να ανησυχεί αν περνάει καλά το πλήρωμά του στη διάρκεια του ταξιδιού; Ε, λοιπόν σ’ αυτό το καράβι της οικογένειας που λέγαμε, αυτοί είναι οι  καπεταναίοι, ενώ το παιδί ανήκει στο πλήρωμα. Τώρα αν αυτό θέλει να βλέπει τον εαυτό του σαν αλλοδαπό μούτσο, δικαίωμά του.
Συνήθως για τους γονείς η «παιδοψυχολογία» μοιάζει με την κβαντική φυσική ή προσπαθούν χωρίς σπουδαία αποτελέσματα να εφαρμόσουν αυτά που λένε τα βιβλία ή κάποιοι γραβατωμένοι στην τηλεόραση. Ειδήμων όμως δεν γίνεται κανένας. Κι αν γίνουν, τους παίρνει τόσο χρόνο, που όταν τα καταφέρουν, τα μόνα παιδιά γύρω τους είναι τα εγγόνια τους. 

Έτσι, στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, η συνεννόηση με τους γονείς του γίνεται στη νοηματική. Άγριες ματιές, θυμωμένα βλέμματα και σφιγμένα χείλη. Μια κλασική εικόνα απ’ αυτό το περιβόητο «χάσμα των γενεών» που οι μικροί αδυνατούν ν’ αποκρυπτογραφήσουν τη λογική των μεγάλων και που οι μεγάλοι θεωρούν πως οι μικροί το κάνουν επίτηδες για να τους σπάνε τα νεύρα.                 

Μεγαλώνει όμως. Ούτε η δική του βιασύνη κάνει τα πράγματα να τρέξουν, μα ούτε και οι αναστολές των μεγάλων μπορούν να φρενάρουν το αναπόφευκτο. Μόνο που καθώς συμβαίνει αυτό, αλλάζει σιγά σιγά και η λογική του παιδιού. Αρχίσει ν’ αντιλαμβάνεται τους κινδύνους που έβλεπαν τόσα χρόνια εκείνοι και τρελαίνεται. Ο ονειρεμένος κόσμος που διψούσε κάποτε να κατακτήσει, εκτός από υπέροχος είναι και…. ΚΑΚΟΣ. 

Αυτή είναι μια κομβική στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, η παράλογη καταπίεση των γονιών του, γίνεται αγώνας να κατανοήσει τον κόσμο, να οριοθετήσει τη ζωή του, να θεσπίσει αξίες,… να οχυρώσει τον εαυτό του. Και ως δια μαγείας η εξίσωση της λογικής τους λύνεται. Τι περίεργο! Ξαφνικά η ενηλικίωση μοιάζει με μια κολλητική ασθένεια που αισθάνεται να το γυροφέρνει.

Στο μυαλό του τα πράγματα αλλάζουν και το περιβόητο χάσμα δεν φαίνεται πια παρά μόνο μία δρασκελιά. Ο πατέρας του κι η μάνα του μένουν αμετακίνητοι, εκείνο έχει διανύσει την απόσταση που τους χωρίζει.

Εκεί όμως που μεταμορφώνεται εντελώς, είναι όταν παντρεύεται και γίνεται γονιός. Οι έγνοιες του μεγαλώνουν, οι φόβοι του θεριεύουν και η αγάπη του αγγίζει την ανιδιοτέλεια. Είναι σίγουρο πως και στο δικό του παιδί η προστατευτικότητά του θα κάνει τα νύχια του να μεγαλώσουν και τα δόντια του να γίνουν σουβλερά. Είναι η σειρά του να παίξει αυτό τον άχαρο ρόλο και διαπιστώνει πως δεν είναι καθόλου εύκολος. Ένας πιο εξευγενισμένος λύκος βέβαια,  αλλά αρπακτικό για κάθε τι που θα απειλήσει το παιδί του. Ναι, μπορεί να του παραχωρήθηκε η ελευθερία που τόσο ζητούσε, όμως το αρχηγιλίκι έχει το τίμημά του... Δεν το νοιάζει όμως, όπως δεν ένοιαζε και τους γονείς του. Μπροστά στην ασφάλεια  του παιδιού του, η εικόνα του τον αφήνει αδιάφορο.

Έχει έρθει λοιπόν η ώρα που το παιδί μεγαλώνοντας, συγχωρεί τους γονείς του. Όχι γιατί του το ζήτησαν εκείνοι, αλλά γιατί πολύ απλά τώρα τους καταλαβαίνει. Η ασφάλεια του δικού του παιδιού δεν διαπραγματεύεται με τίποτα κι εκείνος διαισθάνεται πως είναι ο μόνος που μπορεί να την προασπίσει. Πατάει πια στην απέναντι μεριά της χαράδρας και κοιτά διαφορετικά τον κόσμο. Πώς, πότε και γιατί βρέθηκε εκεί, δεν ξέρει. Αυτό που γνωρίζει, είναι πως ο ρόλος του πια σαν γονιός σημαίνει ευθύνη, καθήκον, αυταπάρνηση. Τα «σιρίτια» δηλαδή, που πρέπει να ‘χει ένας καπετάνιος στο σακάκι του.

Έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη, αναβαθμίζεται στο καράβι που λέγαμε και καλείτε να παίρνει αποφάσεις. Μια κατάσταση που τον ξεβολεύει. Ήταν πιο εύκολο να κρίνει παρά να δέχεται επικρίσεις. Τι να κάνει όμως; Η συμβολή του τώρα είναι καθοριστική. Έχει την ευθύνη ενός άλλου ανθρώπου, του παιδιού του. Δεν είναι εύκολο. Τόσα χρόνια νευρίαζε, φώναζε ή έκλαιγε κρυφά. Τίποτε άλλο. Δεν αποφάσιζε. Δεν έβαζε σε κίνδυνο κανέναν μ’ όλα αυτά τα καμώματα. Τώρα;
Τώρα προσπαθεί να ταιριάξει στη νέα τάξη πραγμάτων και διαπιστώνει πως αρχίζει να γίνεται σαν τους γονείς του. Όλα γύρω του σκοτεινιάζουν και σε κάθε γωνιά αισθάνεται πως παραμονεύουν κίνδυνοι. Ο κόσμος ξαφνικά αγρίεψε και το βλαστάρι του μοιάζει τόσο ανυποψίαστο σε όλο αυτό που το περιβάλει!
Έχει γίνει πια ενήλικας, και πρέπει να πολεμήσει ό,τι πολέμαγαν οι γονείς του τόσα χρόνια για λογαριασμό του. Η μοναδική διαφορά με ‘κείνους, είναι πως τα γονεΐκά του καθήκοντα θα τα εκτελέσει λίγο πιο … κομψά.  Όχι  πως θα φαντάζει στα μάτια του παιδιού του αλλιώς. Λύκος θα είναι πάλι, απλά λιγότερο απειλητικός, που θα συζητά μαζί του και θα του τεκμηριώνει τις απόψεις του. Που το «όχι» στις απαιτήσεις του δεν θα είναι μια μονολεκτική απάντηση, αλλά θα συνοδεύεται πάντα και από μία εξήγηση. Που θα περιμένει με τη σειρά του το παιδί του να μεγαλώσει και να καταλάβει πως….
Οι κακοί λύκοι της ζωής μας, δεν μπορεί να είναι οι γονείς μας.
Κι αφού ξεκαθαρίσαμε λοιπόν πως οι «κακοί λύκοι» δεν ταξιδεύουν με … «καράβια», επιβεβαιώνουμε για άλλη μια φορά πως σε όλα τα δημιουργήματα Του θεού,  βρίσκεται η σοφία Του. Στην απίστευτη αλληλουχία των πραγμάτων, κρύβεται το αίσθημα δικαιοσύνης Του. Και στο τελειότερο απ’ αυτά, τον άνθρωπο, δεν θα μπορούσε να κάνει τσιγκουνιές.  

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ λοιπόν!
Με μεγάλα γράμματα, όπως της αξίζει να ‘ναι.
Εγώ σαν Κωνσταντίνα Μούτσιου είχα την ευλογία να μεγαλώσω σε μια μεγάλη υπέροχη οικογένεια, που όλα τα χαρακτήριζε ένας υπερθετικός βαθμός. Από τα μέλη της, ως τα «μη», τα «όχι», τα «πρέπει», τις τιμωρίες,… αλλά και την αγάπη, τη φροντίδα, τη δοτικότητα.
Σήμερα είμαι συγκυβερνήτης μ’ έναν υπέροχο σύζυγο στο δικό μας «καράβι», που αν και μικρό το πλήρωμά του, για ‘μας είναι όλος ο κόσμος. Στην πορεία της ζωής μου λοιπόν μέχρι τώρα, μου έχουν απονείμει κατά καιρούς διάφορους τίτλους. Έτσι, υπήρξα κόρη του πατέρα μου, σύζυγος του άντρα μου, ζωγράφος επειδή ζωγράφιζα, διακοσμήτρια επειδή σπούδασα και δούλεψα στην τέχνη αυτή, συγγραφέας για κάποιο εκδοτικό οίκο… Πάνω απ’ όλα όμως, είμαι ΜΗΤΕΡΑ. Μητέρα του παιδιού μου. Έτσι αισθάνομαι. Ο πιο βαρύτιμος τίτλος είναι αυτός και προσεύχομαι να μπορώ να τον πρεσβεύω και να τον υποστηρίζω επάξια, μέχρι να τερματίσει το ταξίδι μου και το καράβι μου να πιάσει το τελευταίο λιμάνι. 

Όπως λέω λοιπόν στο βιβλίο μου, όλα εμπεριέχονται στην πνοή που δίνουμε.  Γιατί  αυτό είναι το καθήκον μας.
Αυτή είναι η εντολή  μας που λάβαμε από Το Θεό.

Όχι να φτιάξουμε έναν άνθρωπο.  Να μεγαλώσουμε έναν άνθρωπο.
   
Πνοή λοιπόν. Κάπως έτσι δημιούργησε τη ζωή ο Θεός. Κάπως έτσι δημιούργησαν οι γονείς μας εμάς, κι εμείς με τη σειρά μας με τη δική μας πνοή, τα δικά μας παιδιά. Αν πάψει να υπάρχει αυτή η πνοή, θα πάψει να υπάρχει ζωή,….. θα «σβήσουμε». Μέχρι όμως να γίνει αυτό, θα σβήνουμε κεράκια και θα μετράμε χρόνια κι εμπειρίες. Θα μεγαλώνουμε και θα δημιουργούμε. Θα ζούμε και θα διαιωνίζουμε το είδος μας, με την ελπίδα να φτιάξουμε όμορφες δεμένες οικογένειες που θ’ αντέχουν στο χρόνο.
Γιατί ωραία είναι τα γαλόνια που μας κάνουν «καπεταναίους», αλλά σημαίνουν και ευθύνες που δεν μπορούμε να αποποιηθούμε. Βάζοντας λοιπόν την τελευταία πινελιά στον πίνακα με το καράβι της οικογένειας, αναρωτιέμαι ποιος είναι ο «κακός λύκος» της ιστορίας. Γιατί χωρίς να το θέλω κάποια στιγμή κατηγόρησα κι εγώ τους γονείς μου και κατηγορήθηκα απ’ το δικό μου παιδί. Σίγουρα λοιπόν υπάρχει, όμως ποιος είναι;
Αυτοί  που κατάφεραν με νύχια και με δόντια, να μας προφυλάξουν  από τον κακό κόσμο που καθυστέρησα κι εγώ να δω; Γιατί τόσο πείσμα, αγωνία και επιμονή;
Μήπως για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους ή για να αισθανθούν νικητές;
Χαζό μου φαίνεται!
Άλλωστε αυτή η μανία των ανθρώπων να ταυτίζονται με την εικόνα του νικητή, είναι μία αυταπάτη, και ο γονιός δεν διακατέχεται από κάτι τέτοιο. Αντίθετα μάλιστα, όσο πλησιάζει κανείς τη σοφία της ζωής, τόσο περισσότερο προτιμάει να δίνει παρά να παίρνει.
Η προσφορά είναι ελευθερία, ενώ αντίθετα η αποδοχή προσφοράς, είναι μια μεγάλη σκλαβιά. Ως εκ τούτου, οι γονείς είναι αρκετά σοφοί, για να είναι «σκλάβοι» των παιδιών τους και «ελεύθεροι» μέσα απ’ την αλόγιστη προσφορά τους.



*****************************



























Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.