Μη με λησμονεί...

 

Όταν αυτός ο τόσο αγαπητός μου άνθρωπος, φίλος ή πατέρας ας τολμήσω να τον χαρακτηρίσω, μου ζήτησε να γράψω κάτι, πλήθος σκέψεων με κυρίευσαν: τι έχω να πω εγώ; Και άντε, για μια φορά κάτι θα σκαρφιστείς, πάντοτε μου άρεσε να γράφω, αλλά με τι θεματολογία; Και να λοιπόν, που την ίδια κιόλας ημέρα που θα μου το ανέφερε ξανά, η απάντηση θα ερχόταν, όπως πάντοτε, από μόνη της…
Πλησίαζε λοιπόν η ώρα δέκα το βράδυ, είχαμε μόλις βάλει το παιδί για ύπνο, και επιτέλους είχε φτάσει η άγια τούτη ώρα της ημέρας, αυτή της χαλάρωσης: καθείς λοιπόν στο χόμπι του, τηλεόραση, υπολογιστής και τα συναφή. Ξάφνου, παρά το ημίφως που κυριαρχεί την ώρα τούτη στο σπίτι για ευνόητους λόγους, αντιλαμβάνομαι ότι πρέπει να έκλεισε κάποια συσκευή. Σηκώνομαι και πράγματι δεν υπάρχει ρεύμα, και, παράλληλα, μυρίζει, ανεπαίσθητα, καμένο πλαστικό… βρίσκω τον άντρα μου στην τουαλέτα, στο ημίφως λόγω ώρας, και του λέω μην καθυστερείς, έπεσε η ασφάλεια μάλλον ή έχουμε διακοπή… κι επιστρέφω στον δωμάτιό μου, καθώς η άτιμη τεχνολογία δεν χρειάζεται ρεύμα για να λειτουργήσει, για λιγοστά όμως μονάχα δευτερόλεπτα, ώσπου να ακούσω τον άντρα μου να φωνάζει «τρέξε, φωτιά»…
Τα λεπτά που ακολούθησαν, μόνο κινηματογραφικά θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω: τρέχω στο δωμάτιο του παιδιού, για να αντικρίσω το άλλοτε παιδικό μου γραφείο να κατατρώγεται από φλόγες, καπνός παντού, ο άντρας μου να παλεύει με κάτι και το παιδί σκεπασμένο στο κρεβάτι (στιγμιαία σκέψη: άραγε απλά κοιμάται;;)
Θυμάμαι πως μπαίνοντας κρατούσα τον φακό τον οποίο είχα πάρει στα χέρια μου πολύ νωρίτερα –το μόνο που φώτιζε ήταν οι φλόγες πλέον- αλλά δεν έχω ιδέα τι απέγινε. Μετά από κάποιο αδικαιολόγητο δισταγμό –μήπως θα μπορούσε να συνεχίσει να κοιμάται;;- άρπαξα το παιδί, το οποίο δεν ξύπνησε αμέσως, κι έτρεξα στο σαλόνι, βλέπω στο βάθος τις φλόγες, ο καπνός πυκνώνει, κρατώ το παιδί, κάτι μουρμουρίζει, προσπαθώ να ανοίξω την πόρτα, είναι κλειδωμένη, που είναι τα κλειδιά… δεν έχω ιδέα, δεν υπάρχει χρόνος, η σωτηρία δεν είναι στην πόρτα πλέον, ο καπνός πυκνώνει, τα παράθυρα, το μπαλκόνι… είναι όλα κλειστά, χρειάζομαι δύο χέρια, να γυρίσω τη μανιβέλα, να σηκωθεί το ρολό, αέρα, χρειάζομαι αέρα… αφήνω το παιδί, ουρλιάζω μην κουνηθείς, μην πας στη φωτιά, μην κουνηθείς καθόλου… ανοίγω παράθυρα, σηκώνω ρολά, μυρωδιά καμένου πλαστικού ολούθε, καπνός, από κάπου στο βάθος ακούω το παιδί να μουρμουρίζει, η φωτιά μαμά, η φωτιά… άραγε αυτή απομακρύνθηκε ή εγώ; Τα παράθυρα έχουν ανοίξει, η φωτιά έχει σβήσει, η κάπνα αποπνικτική. Γρήγορες σκέψεις, το παιδί πρέπει να ησυχάσει, να κοιμηθεί κάπου, μετά βλέπουμε εμείς. Την παίρνω στο δωμάτιό μας, κλείνω πόρτα, ανοιχτά παράθυρα, ξαπλώνουμε, κουκουλωνόμαστε, είμαστε όλοι ζωντανοί, όλα καλά…  
Η κινηματογραφικότητα των γεγονότων έγκειται στο γεγονός ότι τις κρίσιμες στιγμές επικρατούσε ο –αδικαιολόγητος- πανικός που διακατέχει τους εκάστοτε ήρωες κινηματογραφικών ταινιών: περιφέρονται άσκοπα μέσα στο χώρο, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, κάνουν ανούσιες κινήσεις ενώ κατευθύνονται πάντα προς το λάθος σημείο –εκεί που βρίσκεται ο δολοφόνος- χωρίς να βλέπουν ας πούμε μπροστά τους την ανοιχτή πόρτα…
Η υπόλοιπη νύχτα κύλησε με φρικιαστικές σκέψεις και σενάρια, μήπως το παιδί έχει εισπνεύσει κάτι που δεν έπρεπε, μήπως το βραχυκύκλωμα «τρέχει» ακόμη μέσα στους τοίχους και ξάφνου συμβεί η μοιραία έκρηξη (μολονότι το σπίτι μας δεν αποτελεί χώρο φύλαξης εκρηκτικών ή άλλων εύφλεκτων υλών) και τι θα γινόταν αν αυτό είχε συμβεί λίγο αργότερα και βρισκόμασταν άπαντες σε βαθύ ύπνο, και αμέτρητες άλλες ζοφερές εικόνες.
Την επόμενη μέρα εξελίχθηκαν τα διαδικαστικά με ηλεκτρολόγους κι επισκέψεις και τηλεφωνήματα σε αντιπροσωπείες(των άλλοτε) ηλεκτρικών συσκευών (μας) κλπ όπου το πόρισμα ήταν πιθανή υπερφόρτωση ή/και ελαττωματικό ή/και, κατά πάσα πιθανότητα, κινέζικο πολύμπριζο, στο οποίο ήταν τοποθετημένος, μεταξύ άλλων, ηλεκτρικός θερμοπομπός, στην προσπάθεια θέρμανσης την εποχή της οικονομικής κρίσης…
Κάπως έτσι, λαμβάνουν χώρα τα ατυχήματα που ακούς καθημερινά στα ειδησεογραφικά δελτία και λες ομολογουμένως, μα καλά, πως κάηκε ολόκληρη οικογένεια, δεν μύρισαν τον καπνό; Όχι, δεν τον μύρισαν. Ούτε την φωτιά αισθάνθηκαν όταν ένιωθαν την απαλή ζεστασιά να τους πλημυρίζει στον γλυκό ύπνο έπειτα από άλλη μια ημέρα βιοπάλης. Ή, ακόμη κι αν προσπάθησαν, δεν κατάφεραν να δουν μέσα στον πυκνό καπνό που δημιουργείται σε ένα μόλις λεπτό…
Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα σκεφτείς ότι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ σε εμένα, να ξέρεις, πως εσύ θα είσαι ο επόμενος που θα συμβεί.
Τα συναισθήματα δεν μπορώ να τα παρομοιάσω ούτε με όταν ήρθα αντιμέτωπη με την διάρρηξη του σπιτιού. Ούτε όταν έμαθα τον πυροβολισμό του πατέρα μου, ανήμερα της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας, δίπλα στο μοναστήρι της στο νησί. Ούτε με την ανακοίνωση θανάτων και ασθενειών πολύ προσφιλών προσώπων. Το μόνο πλέον αδιαμφισβήτητο είναι πως, κάποιος, κάπου εκεί ψηλά, μας έχει στο νου του. Και πως όλα τούτα που εμείς νομίζουμε κακά, στραβά και βάσανα, δεν είναι άλλο παρά δοκιμασίες, που εκ των πραγμάτων μπορούμε να αντέξουμε, απλά δεν το γνωρίζουμε ως τότε, για να μας θυμίσουν κάτι που έχουμε λησμονήσει, την αξία ενδεχομένως κάποιων απλών πραγμάτων, τα οποία μόνον έτσι μπορούμε να εκτιμήσουμε, κι έτσι να μπορέσουμε την επόμενη φορά να πούμε δόξα το Θεό. Κι ότι κι αν είναι εκείνο που έρχεται, είναι πάντοτε για καλό, κι ας μην το φανερώνει αμέσως. Αρκεί να έχουμε την υπομονή για να το δούμε. Και θα το δούμε. Κι έπειτα σιγά σιγά θα το λησμονήσουμε ξανά. Και η ζωή θα συνεχιστεί σε μια αέναη επανάληψη, όπως στα έργα του Μπέκετ. Τόσο απλά.              
 

Αναρτήθηκε από : Μαρινέλλα Φρουζάκη

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.