Επαίτης της αλήθειας του Θεού



1980 … περίπου.
Παραμονές Χριστουγέννων… ακριβώς.
Το ρολόι του χρόνου γυρίζει πίσω και φέρνει στο μυαλό μου ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που με βρίσκει να κάθομαι σ’ ένα παγκάκι στο τέρμα των λεωφορείων, για να πάρω αυτό που θα με πάει στη δουλειά μου. Κάνει κρύο κι έχω σηκώσει ψηλά το γιακά μου και με τα χέρια χωμένα στις τσέπες, παρακαλάω να μην αργήσει.
Όσο όμως περιμένω, το βλέμμα μου χαζεύει τριγύρω τον κόσμο που τρέχει βιαστικός. Κάποιος σηκώνει τα βαριά σιδερένια ρολά του μαγαζιού του, άλλος σκουπίζει το πεζοδρόμιο μπροστά απ’ την είσοδό του, μια κυρία ψάχνει απεγνωσμένα για ταξί και διαπληκτίζεται μ’ έναν νεαρό που μπήκε απ’ την άλλη πόρτα, ο περιπτεράς παραγγέλνει ένα «βαρύ διπλό» στον καφετζή που περνά με τον δίσκο στα χέρια και ο κουλουράς έχοντας στήσει από νωρίς το μικρό πάγκο του, διαλαλεί την πραμάτεια του με φωνή διαπεραστική.
-    Εδώ το ζεστό! Εδώ το σουσαμένιο! 
Δεν είναι όμως αυτή που κάνει την παρουσία του αισθητή. Η παγωμένη ατμόσφαιρα έχει πάρει μια ζεστή «γεύση» από ψωμί, που πλανιέται και τρυπώνει στα ρουθούνια σου κάνοντάς σε να αισθάνεσαι πως πεθαίνεις της πείνας.  
-    Δώστε μου ένα.
-    Τι να σου κάνει ένα βρε κοπελιά;
-    Ένα, ένα, παρακαλώ.
-    Αχ εσείς οι γυναίκες! Φάτε μωρέ! Φάτε και το κρύο θέλει φαΐ.
Γελάω σιγανά που τον ακούω. Είναι ένας πολύ συμπαθητικός κυριούλης που τον πετυχαίνω όποτε έρχομαι τέτοια ώρα εδώ. Φλυαρεί με τον κόσμο και μοιράζει χαμόγελα, καλημέρες και καλή διάθεση πασπαλισμένες με πολύ σουσάμι.
Το βλέμμα μου όμως δεν μένει εκεί. Το αιχμαλωτίζει ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που στέκεται παραπέρα όρθιο. Η θέα τους με εντυπωσιάζει παράξενα. Φαινομενικά, είναι ένα υπερήλικο ζευγάρι ρακένδυτων επαιτών, όμως αν τους κοιτάξεις για περισσότερο από δυο τυχαία δευτερόλεπτα, θα δεις πως αποπνέουν κάτι απίστευτο. Κάτι που … που με κάνει να στρέψω όλη την προσοχή μου πάνω τους.
Δεν είχα ποτέ φανταστεί πως υπάρχει τρόπος να ζητάς ελεημοσύνη με τόση αξιοπρέπεια.
Στέκουν κι οι δύο με κορμί όσο γίνεται πιο στητό για την ηλικία τους, χωρίς να λένε τίποτα, χωρίς να παρακαλούν να τους λυπηθεί ο κόσμος, και με αναποδογυρισμένη μια τραγιάσκα, κοιτούν αγέρωχα μπροστά με μάτια σταθερά λες και κάποιος τους έχει βάλει τιμωρία.
Ο γέρος φορά ένα λιωμένο παλτό κι έχει στο λαιμό του διπλοπερασμένο ένα κασκόλ, ενώ η γιαγιά έχει τυλίξει το αδύνατο κορμί της μ’ ένα πανωφόρι δυο νούμερα μεγαλύτερο και είναι χωμένη σε κάτι μποτάκια χαμηλά με χοντρές κάλτσες.
Το βλέμμα και των δύο με συγκλονίζει. Κι ενώ η φτώχια φωνάζει επάνω τους την υπεροχή της, η κακομοιριά και η λύπηση δεν υπάρχουν πουθενά.
Η εικόνα τους με πονά και κλείνω για λίγο τα μάτια. Σ’ έναν άλλο κόσμο, έτσι κορδωτά που στέκεται ο γέρος, θα μπορούσα να τον φανταστώ με φράκο και να κρατά ένα ημίψηλο καπέλο, ενώ εκείνη με μια ωραία τουαλέτα να χαμογελά δίπλα του λαμπερή.
Τελικά μήπως είναι η ζωή αυτή που τους έχει βάλει τιμωρία;
Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τον κουλουρά να τους έχει πλησιάσει και να τους δίνει από ένα κουλούρι κι εκείνοι να το δέχονται συγκαταβατικά.
Ναι, αποφασίζω μέσα μου. Η ζωή είναι αυτή που τους έχει βάλει τιμωρία.
Η καμπάνα που κτυπά με αποσπά και βλέπω ένα μικρό μπουλούκι καλοντυμένων κυριών να βγαίνουν από την εκκλησία απέναντι. Με τα ταγιεράκια τους και τις σινιέ τσαντούλες τους επ’ ώμου, κατηφορίζουν μασουλώντας το αντίδωρο και προσπερνάνε τους ηλικιωμένους επαίτες ρίχνοντας κάτι ψιλά στην αναποδογυρισμένη τραγιάσκα. Κάποιες κυρίες χαιρετιόνται και κάποιες άλλες έρχονται και κάθονται δίπλα μου στο παγκάκι να περιμένουν το λεωφορείο τους.
-    Ο γιος μου και ο άντρας μου δεν νηστεύουν, θα φάνε μακαρόνια με κιμά. Εγώ καλαμαράκια με μια τηγανιά πατάτες.
-    Α, ωραία! Εγώ θα φτιάξω σπανάκι με σουπιές που τρελαίνονται όλοι.
Χωρίς να θέλω ακούω τη συζήτησή τους και εκ πρώτοις δεν μου κάνει καμία εντύπωση. Θα μπορούσε να ‘ταν κι η μητέρα μου ή η θεία μου μία απ’ αυτές τις κυρίες. Όλοι εμείς βλέπετε, έχουμε το δικαίωμα της επιλογής. Μπορούμε να τηρούμε τα θρησκευτικά μας καθήκοντα ή να αδιαφορούμε. Μπορούμε να νηστεύουμε ή όχι, να πηγαίνουμε καλοντυμένοι στην εκκλησία και να ανάβουμε τα κεράκια μας σαν καλοί χριστιανοί ή να στεκόμαστε απ’ έξω και να παρακαλάμε η θέα μας ν’ αφυπνίσει τη συνείδηση αυτών που είναι μέσα…. Μπορούμε να διαλέγουμε ανάμεσα στον κιμά και τα καλαμαράκια.     
Ρίχνω πάλι τη ματιά μου στο υπερήλικο ζευγάρι απέναντι. Η γιαγιά έχει μαζέψει τριγύρω της τα περιστέρια και μοιράζεται το κουλούρι της,…. Ντρέπομαι για μένα και την παρέα μου στο παγκάκι.
Πόσο διαφέρουμε Θεέ μου! Είμαστε τόσο κοντά κι όμως… τόσο μακριά.

Ένας λαχειοπώλης με τη δυνατή φωνή του προστέθηκε στο ανθρώπινο  χειμερινό πίνακα της πλατείας και μου τραβά την προσοχή.
-    Πρωτοχρονιάτικο λαχείο!!! Για ελάτε! Πολλά εκατομμύρια!!!
Με τον ξύλινο στύλο του κάνει βήματα νευρικά πάνω κάτω φτιάχνοντας πού και πού τα πολύχρωμα χαρτάκια που του χαλάει συνεχώς ο αέρας.
Κάθε χρόνο παίρνω κι εγώ ένα πρωτοχρονιάτικο λαχείο, «έτσι για το καλό» όπως λένε. Δεν ξέρω γιατί. Τώρα που το σκέφτομαι μου φαίνεται ανόητο. Ποτέ δεν έχω κερδίσει. Δεν πιστεύω άλλωστε στην  τύχη, είμαι σίγουρη πως ό,τι κάνω στη ζωή μου -καλό ή κακό- θα το κάνω με τα χέρια μου.
Με την τελευταία αυτή σκέψη και τις ενοχές της διαφορετικότητας που έκανα προηγουμένως, βγάζω από το πορτοφόλι μου ένα χιλιάρικο και πηγαίνω να το βάλω στην τραγιάσκα του γέρου. Αυτά θα διέθετα για μια σειρά λαχεία. Αυτά θα έδινα για μια ακόμα χαζή και ανώφελη ελπίδα…. Και αυτά σκέφτομαι πως θα είναι σίγουρα για το καλό.
Όταν αφήνω το χαρτονόμισμα δεν κάνει τον συνηθισμένο θόρυβο κι εκείνος απορημένος σκύβει και το βλέπει. Τα μάτια του στρέφονται σε μένα γεμάτα…, πανικό μήπως έκανα λάθος, ευγνωμοσύνη, έκπληξη; Δεν ξέρω. Κατεβάζω αμέσως τα δικά μου, γιατί δεν θέλω να διασταυρωθούν με τα δικά του. Μια ανεξήγητη ντροπή με κάνει να απομακρυνθώ στα γρήγορα και να τρέξω να κρυφτώ πίσω από τον όγκο κάποιου λεωφορείου στο τέρμα, περιμένοντας το δικό μου που ευτυχώς δεν άργησε.
Όταν επιτέλους χώθηκα μέσα και πήρα μία θέση στο παράθυρο, ηρέμησα και αφέθηκα στις σκέψεις μου. Το μεγάλο μπλε όχημα έστριψε από την πλατεία και το συμπαθητικό ζευγαράκι χάθηκε απ’ τη θέα μου.
Το λεωφορείο ξεκίνησε το γνωστό καθημερινό του δρομολόγιο, αλλά το μυαλό μου άρχισε να κάνει μια τρελή πορεία και να συνειδητοποιεί πράγματα.
Πόσο λάθος είμαι Θεέ μου! σκέφτηκα. Όπως οι περισσότεροι, τελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα και συνειδησιακά είμαι καλά με τον εαυτό μου. Πηγαίνω στην εκκλησία όταν μπορώ, ανάβω το κεράκι μου, δεν κάνω κακό σε άνθρωπο, νηστεύω, …και δίνω και κάτι στους φτωχούς αν έχω ψιλά.
Υπέρβαση καμιά. Όλα για να είμαι στα πλαίσια που ορίζει ο καθωσπρεπισμός και οι αρχές που μου έδωσαν οι γονείς μου, οι δάσκαλοι και το κατηχητικό…
Έτσι περνώ δίπλα από ζητιάνους χωρίς να σκεφτώ πως εκλιπαρούν για λίγη απ’ την προσοχή μου, πως η ζωή τους είναι μαντάρα, πως έχουν ποδοπατήσει τον στοιχειώδη εγωισμό τους για να είναι εκεί, … πως θα μπορούσα να ήμουν εγώ στη θέση τους.
«Στάση, στάση!!!» ούρλιαξα μέσα μου ευελπιστώντας να σταματήσουν οι σκέψεις μου. Η συνείδηση όμως τρέχει σε δρόμο «ταχείας κυκλοφορίας» και δεν μπορείς να κατέβεις.   

Από εκείνη τη χρονιά δεν ξαναπήρα λαχείο, και ξέρετε γιατί; Όχι γιατί δεν πιστεύω στα τυχερά παιχνίδια, αλλά γιατί αισθάνθηκα πως ήμουν ο υπερτυχερός εκείνης της χρονιάς. Ο καλοσυνάτος γέρος και η γριούλα, μου είχαν δώσει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι τους είχα δώσει εγώ.  Μ’ έκαναν να καταλάβω πως ο θησαυρός που ζητάμε απεγνωσμένα μια ζωή, είναι μέσα μας.
Δεν έχει σημασία ούτε τι φοράμε, ούτε τι τρώμε, ούτε με τι ασχολούμαστε. Όπως το δικό τους βλέμμα, πρέπει να κοιτάμε τη ζωή με μάτια αγέρωχα και η δύναμη της ψυχής να αναβλύζει. Οι δυσκολίες της ζωής είναι δοκιμασίες του Θεού, αλλά είναι δοκιμασίες και για εμάς, τους «θεατές» της υπόθεσης που αρκούμαστε σε νηστείες, λαμπάδες και μεγάλους σταυρούς. 

Εγώ αυτό είδα εκείνη τη μέρα και αισθάνθηκα «επαίτης της αλήθειας Θεού».  

                                                               Κωνσταντίνα Μούτσιου
                                           (Αυτή, της διπλανής σου πόρτας…. Ξέρεις)

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.