Ο ρόλος του παιχνιδιού στην παιδική ηλικία



Ιστορική αναδρομή
Αρχαιολογικές, εθνογραφικές και λαογραφικές μελέτες αποδεικνύουν πως το παιχνίδι όχι μόνο αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας σε όλες τις εποχές και σε όλους τους λαούς, αλλά και πολλά απ’ τα βασικά παιχνίδια δεν έχουν αλλάξει, με το πέρασμα των αιώνων. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, συμβούλευαν τους γονείς να αφήνουν τα παιδιά τους να ψυχαγωγούνται ελεύθερα με τα παιχνίδια. Μέχρι τα επτά του χρόνια το παιδί έμενε στο σπίτι, όπου έπαιζε διάφορα παιχνίδια.
Οι αγγειογράφοι μας δίνουν πληροφορίες για τα παιχνίδια στην Αρχαία Αθήνα, τα περισσότερα εκ των οποίων, ήταν πήλινα. Ένα από τα πρώτα παιχνίδια ήταν «η πλαταγή», μια πήλινη κουδουνίστρα, που την έβαζαν στο χέρι του μωρού και με τον ήχο που έκαναν τα πετραδάκια που είχε μέσα, ξεχνιόταν και έπαυε να κλαίει. Ένα αγαπημένο παιχνίδι των αγοριών ήταν το άθυρμα, ένα πήλινο αλογάκι πάνω σε ρόδες, που το γύριζαν σε όλο το σπίτι. Ακόμη το αμαξάκι με ρόδες κ.α. τα κορίτσια έπαιζαν με πήλινες κούκλες, τις πλαγγόνες. Ακόμη, έπαιζαν παιχνίδια με τη σφαίρα, δηλαδή, μπάλα, από δέρμα φτιαγμένη ή ύφασμα και παραγεμισμένη με αλογότριχες, άχυρο ή μαλλί. Έπαιζαν μ’ αυτή και ένα παιχνίδι κατά το οποίο προσπαθούσαν να περάσουν την μπάλα από το στόμιο ενός αγγείου, παιχνίδι που μας θυμίζει πολύ την καλαθοσφαίριση, δηλαδή το μπάσκετ. Επίσης, έπαιζαν, τα «πεντάλιθα», τα σημερινά πεντόβολα και άλλα παιχνίδια.
Βικιπαίδεια
Στο Βυζάντιο τα μωρά έπαιζαν με τα σείστρα (κουδουνίστρα) σείω ή με τον καλαθίσκο, ένα μικρό καλάθι δηλαδή, στο οποίο τοποθετούσαν παιχνίδια ή μεταχειρίζονταν το ίδιο ως παιχνίδι. Τα αγόρια έπαιζαν με πήλινα αλογάκια, αμαξάκια, με σβούρες, με στρατιωτάκια, έφτιαχναν σπιτάκια από χώμα, έπαιζαν με επιτραπέζια παιχνίδια ή έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, όπως κυνηγητό, κρυφτό κ.α., στις αλάνες ή στις αυλές των μοναστηριών, όπου τότε τα παιδιά μορφώνονταν.
Τα κορίτσια έπαιζαν με τα «νινιά», κούκλες δηλαδή, κέρινες, πήλινες ή γύψινες. Έπαιζαν όμως και ομαδικά παιχνίδια όπως : τυφλόμυγα, μήλο κ.α. «Υ.Π.Ε.Π.Θ. Ιστορία Γυμνασίου».
Ίδια περίπου παιχνίδια, αλλά με αλλαγμένο όνομα, έπαιζαν και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τα αγόρια έπαιζαν το αλώνι, κλέφτικο (κρυφτό), πετροπόλεμο, ξιφομαχία, κυνηγητό. Έπαιζαν και τα κορίτσια υπαίθρια παιχνίδια όπως : μέλισσα, κουτσό, μήλο, πινακωτή, τυφλόμυγα, τσιλίκι.
«3lyk.polichc-thess.sch.gr-Olympiaki-paideia-paixnidia»
Στους νεότερους χρόνους το παιχνίδι έπαιξε σπουδαίο ρόλο για τα παιδιά του λαού μας. Τα χρόνια της Κατοχής (1940 – 1944) ήταν πολύ δύσκολο. Οι ελλείψεις σε ρούχα, σε τρόφιμα, η εξαθλίωση και η φτώχεια κυριαρχούσαν σε όλη τη χώρα. Τα παιδιά αδύνατα, καχεκτικά, ρακένδυτα, ψειριασμένα. Ζούσαν με το φόβο του θανάτου. Κατάφεραν να επιβιώσουν χάρη στην πίστη που αντλούσαν  από τους γονείς τους, στη λιγοστή τροφή που τους εξασφάλιζαν και στο παιχνίδι.
Το παιχνίδι τα έκανε να ζουν και να αισθάνονται ελεύθερα, όσο αυτό διαρκούσε, ελεύθερα και ανέμελα από τα προβλήματα, τα γέμιζε με θάρρος, αυτοπεποίθηση και χαρά. Από την άλλη, μέσα από την κίνηση, διασφάλιζαν, όσο αυτό ήταν δυνατό, την καλή τους υγεία και την ομαλή ανάπτυξη του σώματός τους. Αργότερα, μεταπολεμικά, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Τα παιδιά από πολύ μικρά αναγκάζονταν να εργαστούν, συνεισφέροντας στην οικογένεια, οικονομικά.
Όμως, παρ’ όλες αυτές τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, κατάφερναν συχνά, με την πρώτη ευκαιρία, να ξεκόψουν από τη δουλειά και να παίξουν με τους συνομηλίκους τους, στο δρόμο. Έτσι, έστω και για λίγο ζούσαν και εκφράζονταν σαν παιδιά. Με το παιχνίδι ξεχνούσαν για λίγο τα προβλήματα και τις δυσκολίες, διασκέδαζαν και έτσι κατάφερναν να μην χάσουν το κουράγιο και την αισιοδοξία για τη ζωή και για ένα καλύτερο αύριο.
Σήμερα, αν και οι αλάνες, κυρίως στις πόλεις, έχουν μειωθεί έως εξαφανιστεί, τα παιδιά χαίρονται όταν βρίσκουν χώρο για να παίξουν, να τρέξουν και να κινηθούν. Δυστυχώς, η εύρεση χώρου, δεν είναι εφικτή στις σύγχρονες πόλεις. Τα πάρκα και τα αθλητικά κέντρα, είναι οι μόνοι χώροι που μπορούν να παίξουν πραγματικά. Πολλά, στριμώχνονται στους παιδότοπους και στα διαμερίσματα, με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά αν ασχολούνται με ηλεκτρονικά παιχνίδια και να καθηλώνονται στο σπίτι, να μην κινούνται όσο θα ήθελαν και όσο θα έπρεπε, να γίνονται οκνηρά, μοναχικά, με προβλήματα βάρους και σε μεγάλο ποσοστό και με προβλήματα κοινωνικότητας. Επίσης, επιφέρουν αρνητικά στοιχεία στη ζωή των παιδιών, όπως : γίνονται επιθετικά, προκαλούν διαμάχες με τους δασκάλους τους και τσακωμούς με τους συμμαθητές τους. Ακόμη, μειώνεται η αυτοπεποίθηση τους και πέφτει η αποδοτικότητα τους στα μαθήματα του σχολείου. Γίνονται εσωστρεφή, κλείνονται στον εαυτό τους και υπάρχει ο κίνδυνος του εθισμού. (ράδιο Νεφέλη, Κατερίνα –Σωτηρία Αργυρίου, δημοσιογράφος).
Το παιχνίδι, λοιπόν, αποτελεί μια βασική δραστηριότητα στη ζωή του παιδιού, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη σωματική, ψυχοσυναισθηματική, κοινωνική και γνωστική του ανάπτυξη. Μέσα από το παιχνίδι, το παιδί έχει τη δυνατότητα να δράσει ελεύθερα, να αναπτύξει τις σωματικές του ικανότητες (μυϊκή δύναμη, ισορροπία, συντονισμό κινήσεων), τη γλωσσική του ικανότητα, να οξύνει την κρίση του, τη σκέψη του, τη λογική του, να ερευνήσει τον υλικό κόσμο, να ζήσει σε έναν κόσμο φανταστικό που μπορεί να εξουσιάσει και το κυριότερο αν εκφράσει τα συναισθήματά του. Το παιχνίδι δίνει την ευκαιρία στο παιδί να αποκτήσει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του, να μάθει να κοινωνικοποιείται και να συνεργάζεται.
Στο παιχνίδι, το παιδί ενεργοποιεί πολλές φορές και τις πέντε αισθήσεις του και όχι μόνο τις δύο, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή της τηλεόρασης, γι’ αυτό αναπτύσσεται πολύ καλά η ικανότητα της αντίληψής του.
Μια από τις πρώτες μορφές του παιχνιδιού διαδραματίζεται κατά την βρεφική του ηλικία. Σ’ αυτή την ηλικία το παιχνίδι στηρίζεται στην παρατήρηση διαφόρων παιχνιδιών και αντικειμένων, που τοποθετούν οι γονείς πάνω από την κούνια του, όπως : πολύχρωμα μαλακά ζωάκια που βγάζουν διάφορους ήχους, μουσικά παιχνίδια, κουδουνίστρες και άλλα.
Η παρατήρηση αυτή το βοηθά να οξύνει την αντίληψή του, καθώς απομνημονεύει τα χρώματα, τα σχήματα κ.α. Επίσης, το παιδί στη βρεφική ηλικία απολαμβάνει το ονομαζόμενο «κινητικό παιχνίδι», στο οποίο χρησιμοποιεί το σώμα του προκειμένου αν ανακαλύψει τον κόσμο γύρω του, όπως : μπουσούλημα, περπάτημα, σκαρφάλωμα και άλλα. Ένα παιχνίδι που γοητεύει το παιδί, αλλά και τους γονείς είναι το κρυφτό : «κου – κου – τζα». Μέσα από το παιχνίδι ενισχύεται η σχέση του βρέφους με τη μητέρα, τον πατέρα, τον παππού, τη γιαγιά, γενικά με τα άτομα του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Το παιχνίδι, ακόμη, το βοηθά να αποκτήσει την αίσθηση του χιούμορ, καθώς και να αποκτήσει την αίσθηση μονιμότητας των αντικειμένων (καταλαβαίνει σιγά σιγά ότι παρόλο που τα αντικείμενα δεν τα βλέπει, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν).
Στην νηπιακή ηλικία αναπτύσσεται η γλωσσική ικανότητα του παιδιού και αυτό έχει ως συνέπεια, το παιδί να μεταβιβάζει στα διάφορα αντικείμενα, τα συναισθήματά του. Το νήπιο αρχίζει να χρησιμοποιεί τα αντικείμενα, όχι μόνο με τη συμβατική τους ιδιότητα (π.χ. χτενίζεται με τη χτένα), αλλά και συμβολικά (π.χ. προσποιείται ότι πίνει νερό από άδειο ποτήρι), προσαρμόζοντἀς τα στις δικές του ιδέες και ανάγκες. Έτσι, αναπτύσσεται το λεγόμενο «συμβολικό παιχνίδι», μέσα από το οποίο, το νήπιο αναλαμβάνει διάφορους ρόλους και συμπεριφορές που έχει καταγράψει από το περιβάλλον του. Επίσης, μπορεί να εκφράσει τις επιθυμίες του, να ξεπεράσει τους φόβους του κ.α. Το συμβολικό παιχνίδι είναι ιδιαίτερα πολύτιμο, διότι διεγείρει και ικανοποιεί τόσο τις νοητικές όσο και τις συναισθηματικές του ανάγκες.
Στη σχολική ηλικία υποχωρεί το ατομικό παιχνίδι και σταδιακά αντικαθίσταται από το ομαδικό παιχνίδι. Μέσω του ομαδικού παιχνιδιού, το παιδί μαθαίνει να συνυπάρχει αρμονικά με τους άλλους και βρίσκει τρόπους επίλυσης των διαφορών και των συγκρούσεων, που μπορούν να προκύψουν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Κατά την περίοδο αυτή κυριαρχεί το παιχνίδι των «κανόνων». Αναφέρεται σε παιχνίδια με συγκεκριμένη δομή, οργάνωση και οριοθετημένους κανόνες, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται από όλους τους συμμετέχοντες, γιατί διαφορετικά έχουμε την επιβολή ποινών. Τα παιχνίδια αυτά βοηθούν το παιδί να διαμορφώσει και να αναπτύξει τις ηθικές του αξίες, π.χ. να μάθει να περιμένει τη σειρά του, να σέβεται τους κανόνες, να έχει συναισθήματα αλληλεγγύης, να παίζει δίκαια ή να τιμωρείται όταν δεν παίζει δίκαια, να προτάσσει το καλό της ομάδας από το προσωπικό του συμφέρον, να διαχειρίζεται τα συναισθήματα της ήττα και της νίκης.
Το παιχνίδι είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για την ανάπτυξη μιας ψυχικά υγιούς προσωπικότητας. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η έλλειψη του παιχνιδιού από τη ζωή του παιδιού, θεωρείται ως ένδειξη κάποιας ψυχικής ή συναισθηματικής διαταραχής, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικής συναλλαγής (π.χ. αυτισμός) ΚΕΕΛΠΝΟ Υπουργείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων. Αποστολία Ντέκοβα – κλινική ψυχολόγος.
Τα μικρά παιδιά έχουν φυσική περιέργεια και δεν χρειάζονται την ενθάρρυνσή μας για να αρχίσουν να παίζουν. Τα βρέφη και τα νήπια έχουν έμφυτη τάση για παρατήρηση και πειραματισμό με τον κόσμο γύρω τους. Ωστόσο, αν τα αφήσουμε να παίζουν πάντα μόνα τους, οι ενασχολήσεις τους θα είναι αποσπασματικές, σύντομες, σε στενά όρια, με φυσική ροπή να φθίνουν σε μη δημιουργικούς τρόπους παιχνιδιού. Στρέφονται κάθε στιγμή σε μας για να μάθουν, να επιβεβαιώσουν το κατόρθωμά τους, να συνειδητοποιήσουν το λάθος του, να καθησυχαστούν για το αν αυτό που θέλουν είναι κατορθωτό, ασφαλές και ενδιαφέρον. Η συμμετοχή επομένως του γονέα, είναι εντελώς απαραίτητη, ως την ηλικία των 3 – 4 ετών. Ο σωστά εκπαιδευμένος ενήλικας κάθεται δίπλα τους και να παρακινεί με την προσοχή του, τα συμπληρώνει, τα επεκτείνει, τα εμπλουτίζει στο παιχνίδι τους, άλλοτε προσθέτοντας και άλλοτε λογικό ειρμό, μειώνει την παρορμητικότητα ή τις βίαιες εκδηλώσεις τους. Εισάγει κανόνες όπου χρειάζεται και τα ενθαρρύνει στην συνεργασία και στην κοινωνικότητα.
Αν του αφιερώσουμε λίγο από το χρόνο μας, έστω και λίγο, το μικρό, έπειτα, θα παίξει θα παίξει χαρούμενα μόνο του, έχοντας απολαύσει την προσοχή μας και έχοντας παρακινηθεί από τα ερεθίσματα που του δώσαμε.
Ο γονέας πρέπει να βοηθάει το παιδί ν’ ανθίσει η έμφυτη πρωτοβουλία του και όχι να κυριαρχήσει ο ίδιος πάνω στη βούληση του παιδιού. Αν παρατηρήσουμε τον τρόπο που παίζει, πως σκέφτεται, τι το ενδιαφέρει, πως λύνει τα προβλήματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, θα εκμαιεύσουμε πολύτιμες πληροφορίες για τον ψυχισμό του, την ψυχή του δηλαδή. Άρα, γνωρίζουμε καλύτερα το παιδί μας και συνδεόμαστε στενότερα μαζί του.
Παπαβέντσης Στέλιος «Προικισμένα μωρά εμπνευσμένοι γονείς για μια άλλη προσχολική ηλικία» Εκδόσεις Πατάκη.
Αλλά και στη μεγαλύτερη ηλικία η συμβολή των γονέων είναι απαραίτητη. Οι γονείς θα χρειαστεί να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο, μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να παίξει ελεύθερα και αυθόρμητα, χωρίς να το διορθώνουν, όταν εκείνο εκτελεί κάποια δραστηριότητα με αδέξιο τρόπο. Αν αυτό συμβεί, ελλοχεύει ο κίνδυνος, το παιδί να χάσει την εμπιστοσύνη του στον εαυτό του και να αναστείλει την πρωτοβουλία του. Ενώ το παιχνίδι είναι  πηγή χαράς και επικοινωνίας, θα μετατραπεί σε πηγή ματαίωσης, απογοήτευσης δηλαδή. Θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τους, ότι ο πρωταρχικός λόγος του παιχνιδιού είναι η ευχαρίστηση και όχι η τέλεια εκτέλεση καθηκόντων.
«ΚΕΕΛΠΝΟ» Αποστολία Ντέκοβα – Κλινική Ψυχολόγος
Κανένας γονιός δεν είναι τέλειος, όλοι από κάπου ξεκινάμε και με τον καιρό βελτιωνόμαστε. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι η διάθεση αν πειραματιστούμε, να αφιερώσουμε χρόνο στο παιδί μας και να ακολουθήσουμε το ένστικτο μας. Ας θυμηθούμε ότι η ωρίμανση των παιδιών εξελίσσεται παράλληλα με την ωρίμανση των γονέων στους ρόλους τους.
Οι γονείς αποφεύγουν να παίζουν με τα παιδιά τους κάποιες φορές, επειδή δεν ξέρουν πώς να δώσουν τέλος στο παιχνίδι, όταν το θελήσουν. Όσο λίγο χρόνο κι αν έχουμε, ας τον χαρίσουμε στο παιδί μας και όταν έρθει η ώρα να σταματήσουμε, με τη βοήθεια της / του συζύγου ή άλλου προσώπου ή με την απόσπαση της προσοχής του σε κάτι άλλο ή με την προειδοποίηση ή με την οριοθέτηση του χρόνου (και άλλες τεχνικές), μαθαίνουμε να σταματούμε, χωρίς φασαρία και συναισθηματικές εντάσεις.
Υπάρχουν, πάλι γονείς, που αφήνουν το παιδί μόνο του, για να μην «κακομάθει», ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του. Συχνά, εκνευρίζονται, όταν αυτό αποζητάει την αγκαλιά τους, τη φωνή τους ή αργότερα το παιχνίδι μαζί τους. Φοβούνται ότι θα είναι εξαρτημένο από αυτούς.
Ας φανταστούμε έναν ενήλικα, ο οποίος έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο καταστάσεις. Στην πρώτη περίπτωση πρέπει να περνάει περισσότερο χρόνο σε ένα μικρό, λευκό δωμάτιο, απομονωμένος. Στη δεύτερη περίπτωση βρίσκεται για όσο χρόνο θέλει σε ψυχική και σωματική επαφή με τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν είναι φυσικό, ο ενήλικας να επιλέξει την δεύτερη κατάσταση; Μήπως το κάνει για να εκμεταλλευτεί τα αγαπημένα του πρόσωπα; Όχι! Γιατί, λοιπόν, το σκεφτόμαστε αυτό για το μωρό; Στην περίπτωση του βρέφους, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να το δουν με ανθρώπινη υπόσταση, με βούληση και ανάγκες.
Η επικοινωνία με το μωρό είναι δύσκολη, γιατί δεν μπορεί να μας μεταδώσει τις ανάγκες του με την ομιλία και με τον συμβατικό τρόπο των ενηλίκων. Μας προσεγγίζει με τα δικά του σημάδια. Για να αποκρυπτογραφήσουμε τη γλώσσα του, χρειάζεται να έχουμε επιμονή, εμπειρία, εκπαίδευση και πάνω απ’ όλα αγάπη! Διαφορετικά, αφήνουμε το μωρό σε ένα πεδίο μυστηρίου και αγνώστου. Το αντιμετωπίζουμε όπως για παράδειγμα, ο ρατσιστής αντιμετωπίζει τον ξένο. Δηλαδή σαν κάτι αλλότριο, με φόβο, τυπικότητα και απόσταση.
Μέχρι να μεγαλώσει και να φανεί σαν κανονικός άνθρωπος στα μάτια μας, αρκούμαστε να ικανοποιούμε τις βασικές του ανάγκες, όπως την πείνα και τον ύπνο. Αυτή η προσέγγιση μας θυμίζει τον τρόπο που αντιμετωπίζει η διοίκηση ενός κακού ασύλου, για παράδειγμα, τους ηλικιωμένους τροφίμους τους.
Το παιχνίδι σ’ αυτή την ηλικία, υπό την επίβλεψη, την καθοδήγηση και την παρότρυνση του γονέα, είναι τόσο απαραίτητο, όσο και ο αέρας που αναπνέουν. Μήπως πρέπει να μην αναπνέουν πολύ για να μην κακομάθουν τα πνευμόνια τους;
Σύγχρονες έρευνες δείχνουν, ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς που απαντούν άμεσα στις ανάγκες τους και υποστηρίζουν με ευαισθησία το παιχνίδι τους, γίνονται πιο κοινωνικά, πιο έξυπνα και με μεγάλη αυτοπεποίθηση.
Για το φόβο της προσκολλήσεως, που προαναφέραμε, έχει αποδειχθεί το αντίθετο. Δηλαδή, όσο πιο ισχυρά προσκολλώνται τα μωρά στους γονείς τους, τόσο πιο πιθανό είναι να εξελιχθούν σε ανεξάρτητα παιδιά και ενήλικες. Αντίστροφα, η πρώιμη «σκληραγώγηση», προάγει μόνο, απώτερη εξάρτηση, παλινδρόμηση, νευρώσεις, ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα.
Άλλες φορές οι γονείς αποθαρρύνουν το παιχνίδι, για να αποφύγουν ζημιές και αναστάτωση στο σπίτι. Είναι κρίμα για τα μικρά παιδιά που ζουν σ’ ένα διαμέρισμα ότι οι γονείς τους δίνουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην ευταξία του χώρου, απ’ ότι στο δικό τους παιχνίδι. Υπάρχουν νήπια που περνούν τα πρώτα χρόνια τους, παίζοντας μόνο στα περιορισμένα λίγα τετραγωνικά του δωματίου τους. Αντίθετα, υπάρχουν και νήπια, που οι γονείς τους υιοθετούν τη φιλοσοφία ότι όλος ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, καθετί, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, μπορεί να γίνει ευκαιρία για ασφαλή εξερεύνηση και πειραματισμό.
Υπάρχουν πάλι γονείς, οι οποίοι ανταγωνίζονται τα παιδιά τους στο παιχνίδι. Ένας πατέρας, για παράδειγμα, ξεκινά με τον εφτάχρονο γιο του, να παίξει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι. Σύντομα έχει απορροφηθεί τόσο πολύ από τον στόχο της νίκης, που καταλήγει να παίζει μόνος του. Ένας άλλος πάλι, παίρνει δώρο στο παιδί του μια κατασκευή, ένα αεροπλάνο για παράδειγμα. Μετά από μισή ώρα, το μικρό φυσιολογικά κουράζεται και θέλει να κάνει κάτι άλλο, ο δε πατέρας συνεχίζει με ζήλο τη συναρμολόγηση, μέχρι τη νύχτα. Μια μητέρα, θέλει να διδάξει στην κόρη της πώς να φτιάχνει ένα παζλ και δεν της αφήνει καμία πρωτοβουλία και το φτιάχνει στο τέλος μόνη της. Όλα αυτά βέβαια, είναι παραδείγματα προς αποφυγή.
Το παιχνίδι ανήκει στα παιδιά, με εμάς να προσφέρουμε τη ουσιώδη, σιωπηλή και διακριτική συμπαράστασή μας, καθώς και μια παρακίνηση. Παπαβέντσης Στέλιος «Προικισμένα μωρά, εμπνευσμένοι γονείς για μια άλλη προσχολική ηλικία» Εκδόσεις Πατάκη.
Τέλος, το παιχνίδι έχει μεγάλη εκπαιδευτική σημασία, αφού είναι στενά συνδεδεμένο με την εκμάθηση ασκήσεων και απασχολήσεων, με τις παρατηρήσεις της καθημερινής ζωής. Έτσι, το παιχνίδι θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην εκπαιδευτική διαδικασία και κυρίως κατά την προσχολική ηλικία, για τη μετάδοση νέων πληροφοριών με άμεσο και ευχάριστο τρόπο, αλλά και για τη διεύρυνση του ορίζοντά τους.
Με το παιχνίδι παρουσιάζονται στα παιδιά οι πρώτοι πόθοι για το μελλοντικό τους επάγγελμα και η επιδίωξη να μιμηθούν τους αγαπημένους τους ήρωες, καθώς αναπτύσσεται το ενδιαφέρον τους, προς την εργασία των ενηλίκων, προς την κοινωνική ζωή και προς τα ηρωικά κατορθώματα των ανθρώπων.
Έτσι το παιχνίδι αποτελεί μέσο για τη δημιουργία της προσωπικότητας, η οποία αρχίζει να συγκροτείται από την προσχολική παιδική ηλικία (Βοσνιάδου 1994, Τσιανζή 1996). Εδώ υπάρχει και η ευθύνη του περιβάλλοντός τους, δηλαδή όλων μας για τα οποία πρότυπα προβάλλουμε στα παιδιά σήμερα.
Ακόμη, το παιχνίδι αποτελεί σπουδαίο μέσο αισθητικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών της προσχολικής ηλικίας, αφού σ’ αυτό αναπτύσσεται ο ρυθμός και η ομορφιά των κινήσεων. Η σωστή επιλογή παιχνιδιών συμβάλλει στην ανάπτυξη του αισθητηρίου της καλαισθησίας (Βοσνιάδου 1994, Τσιανζή 1996). Και εδώ πρέπει  να αναλογισθούμε πόσο καλαίσθητα είναι τα παιχνίδια σήμερα και κυρίως αυτά των αγοριών.
Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Οικονομίας και Οικολογίας
Πτυχιακή της φοιτήτριας Ουζουνίδου Αλεξάνδρας – Ιωάννας : «Η συμμετοχή του πατέρα στο παιχνίδι και στις καθημερινές δραστηριότητες των παιδιών».
Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι το παιχνίδι έχει τεράστια σημασία και παίζει καθοριστικό ρόλο, στην σωματική, ψυχοκινητική, συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς και στη δημιουργία ενός συστήματος ηθικών αξιών που θα καθορίσουν την προσωπικότητα του παιδιού, αλλά και στην κοινωνικότητά του. Γι’ αυτό, το συναντάμε σε όλες τις εποχές και σε όλους τους λαούς. Στην τόσο σημαντική αυτή διαδικασία, οι γονείς δεν πρέπει να είναι αμέτοχοι. Η συμμετοχή τους στο παιχνίδι του παιδιού τους είναι άκρως απαραίτητη, ιδιαίτερα κατά τη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Οι γονείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι πρέπει να συμμετέχουν, σεβόμενοι τη βούληση και την προσωπικότητα του παιδιού.
Τέλος, θα αναφερθώ και λίγο σε προσωπικές μου εμπειρίες, ενθυμούμενη την παιδική μου ηλικία, όταν ώρες ατελείωτες παίζαμε στο δρόμο και στην αλάνα της γειτονιάς. Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω με λίγες λέξεις αυτές τις ώρες του παιχνιδιού, θα έλεγα : «συναισθηματική πληρότητα και ατέλειωτη ευτυχία!».

 

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο :
    ΚΕΕΛΠΝΟ Υπουργείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων. Αποστολία Ντέκοβα, Κλινική Ψυχολόγος.
    Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Μεταπτυχιακή της φοιτήτριας Ουζουνίδου Αλεξάνδρας – Ιωάννας με τίτλο : «Η συμμετοχή του πατέρα στο παιχνίδι και στις καθημερινές δραστηριότητες του παιδιού».
    Παπαβέντσης Στέλιος : «Προικισμένα μωρά, εμπνευσμένοι γονείς, για μια άλλη προσχολική ηλικία» Εκδόσεις Πατάκη.
    Ράδιο Νεφέλη, Κατερίνα – Σωτηρία Αργυρίου Δημοσιογράφος
    «Ο ρόλος του παιχνιδιού στην παιδική ηλικία» Ατραπός 2005
    Βικιπαιδεία
    ΥΠΕΠΘ Ιστορία του γυμνασίου
    3lyk.polich-thess.sch.gr-olympiaki-paideia-paixnidiaaaa

 

Aναρτήθηκε από: Μεντεσίδου Ελισσάβετ, εκπαιδευτικό

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.